Τι σημαίνει η λέξη Ταζέδικος;


Από που προέρχεται η λέξη Ταζέδικος;

Απαντήσεις





Ταζέδικος ή ταζέτικος είναι επίθετο που σημαίνει φρέσκος, νωπός, πρόσφατος. Λέγεται για κάποιο φαγητό που έχει μόλις βγει από τον φούρνο, αλλά και μεταφορικά, για μια όμορφη νεαρή κοπέλα. Δάνειο από το τουρκικό taze (φρέσκος, νωπός). Λέξη που κοντεύει να ξεχαστεί, αν και στην Κρήτη υπάρχουν πολλά εστιατόρια με το όνομα αυτό.

Ο Καρασεβνταλής του Θ. Ορφανίδη παίνευε την καλή του με ζαχαροπλαστικές παρομοιώσεις: «Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο καϊμάκι / του Αϊντίν Ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι». Πιο προσγειωμένος, ο Μακρυγιάννης κυριολεκτεί: «Μείναμεν σύνφωνοι το βράδυ να ‘ρθουνε με τον Παπακώστα και Κατζικογιάννη να φάμεν εις το πόστο μου ψωμί ότ’ έχω ταζέτικον κρέας κι άλλα».

Στη μνημειώδη μελέτη του Τα είδωλα, που εκδόθηκε το 1894, ο Εμμ. Ροΐδης, θέλοντας να ανασκευάσει την άποψη ότι η δημοτική είναι γλώσσα φτωχή, επαινεί τον πλούτο των συνωνύμων της και ανάμεσα στα άλλα παραθέτει: «Ανάπαλλο, ταζέδικο, φρέσκο, σύνωρο, χλωρό, νωπό (ψωμί, τυρί κτλ.)». Μου φαίνεται πως ύστερα από έναν αιώνα με συστηματική περιφρόνηση της λαϊκής γλώσσας, σήμερα έχουμε λιγότερα συνώνυμα.



Προσθήκη νέας απάντησης