Τι σημαίνει η λέξη Ταρναρίζω;


Από που προέρχεται η λέξη Ταρναρίζω;

Απαντήσεις





Ταρναρίζω σημαίνει «ταλαντεύω, κουνάω», ειδικότερα «κουνάω το μωρό στην κούνια». Τη λέξη την έχουν τα παλιότερα λεξικά. Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για ονοματοποιία, ίσως από το ταρνανά με το οποίο χορεύουν τα μωρά στα γόνατα.

Ο Τάσος Βουρνάς είχε γράψει ένα διήγημα εις μίμησιν Παπαδιαμάντη, όπου πρωταγωνιστεί «η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον εις το χωρίον Σ. της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίσει και να ταρναρίσει ως μαμμή εις τα γόνατα της». Ωστόσο, η λέξη δεν φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί από τον κυρ Αλέξαντρο.

Από εκεί και το επίθετο ταρναριστά = λικνιστικά, που το βρίσκουμε σε δημοτικά τραγούδια, όπως αυτό για την κυρά-Γιαννούλα που περπατάει «ταρναριστά και τρέμουν τα βυζά» της (το παραθέτει στους Αθλίους των Αθηνών ο Κονδυλάκης), αλλά και στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη. Υπάρχει και χορός με το όνομα ταρναριστός, λικνιστικός δηλαδή. Και στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ο ήρωας πηγαίνει να ξυριστεί «πατώντας πέτρα την πέτρα, ταρναριστά». Η λέξη παραμένει ζωντανή στην Πελοπόννησο τουλάχιστον. Στην Κρήτη δεν πρέπει να ακούγεται, παρ’ όλη τη χρήση από τον Καζαντζάκη (και από τον Σαχλίκη, πριν από εφτά αιώνες).



Προσθήκη νέας απάντησης