Τι σημαίνει η λέξη Σκαπετίζω;


Τι σημαίνει και από προέρχεται η λέξη Σκαπετίζω;

Απαντήσεις





Σκαπετίζω και σκαπετώ σημαίνει δραπετεύω, ξεφεύγω από κίνδυνο, γλιτώνω· επίσης, φεύγω, εξαφανίζομαι όχι κατ’ ανάγκη τρέχοντας. Λέγεται επίσης για κάποιον που περνάει την κορυφή υψώματος. Και στις τρεις περιπτώσεις, το κοινό στοιχείο είναι ότι όποιος σκαπετίζει παύει να είναι ορατός. Είναι δάνειο από το ιταλικό scappare, «ξεφεύγω, δραπετεύω». Τα νεότερα λεξικά δεν την έχουν, αν και ακούγεται στις περισσότερες περιοχές του ελλαδικού χώρου.

«Μα δε θα ‘ρθει, φυσικά θα με σκιάζεται· θα σκαπέτησε στην ξενιτιά», λέει ένας ήρωας του Θεοτόκη (στο διήγημα Κάιν). Σε αναμνήσεις του Κ. Αποστολόπουλου από τον Εμφύλιο: «ένα μικρό τμήμα ανταρτών, εννέα άτομα, δεν πρόλαβαν να σκαπετήσουν προς το ύψωμα της Αμυγδαλιάς, αποκλείστηκαν μέσα στον ελαιώνα».

Με την άλλη σημασία του ρήματος, χωρίς κυνηγητά, ο Χρ. Χρηστοβασίλης γράφει στα Διηγήματα της ξενιτειάς: «Είχα σκαπετήσει μια μικρή ραχούλα και δεν μου είχε μείνει, παρά να σκαπετήσω ακόμα μια, για να μπορέσω ν’ αγναντέψω το χωριό μου». Με την ίδια σημασία, σε διήγημα του Σπήλιου Πασαγιάννη: «Ένα βράδυ συντρόφευα το μικρό μου αδελφό, σαν μου ‘λεγε να τον κοιτάζω ώσπου να περάσει απ’ το σκοτάδι και να σκαπετήσει».



Προσθήκη νέας απάντησης