Τι σημαίνει η λέξη Σαφρακιασμένος;


Από που προέρχεται η λέξη Σαφρακιασμένος;

Απαντήσεις





Μετοχή του ρήματος σαφρακιάζω το οποίο, σύμφωνα με τα παλιότερα λεξικά, σημαίνει κυρίως «ζαρώνω λόγω πολύωρης παραμονής στο νερό», και πράγματι αυτή είναι η σημασία του σε πολλές περιοχές (αλλού χρησιμοποιούν το παπουδιάζω). Το σαφρακιάζω προέρχεται από το σουφρακιάζω (< σούφρα). Ωστόσο, το σαφρακιασμένος έχει αυτονομηθεί, μια και σημαίνει γενικώς τον ζαρωμένο και κυρίως όχι από το νερό, αλλά από τα γεράματα, τον ήλιο ή την κακοπέραση, και ιδίως το καχεκτικό παιδί, το άρρωστο, το μικρόσωμο και άσχημο, τον άνθρωπο μισή μερίδα, κοινώς απολειφάδι, καθώς και το πράγμα που έχει παλιώσει, ραγίσει, χαλάσει, μπαγιατέψει. Πάντως, είναι ολοζώντανη λέξη που θα μπορούσε να υπάρχει στα νεότερα λεξικά.

Η λέξη οφείλει τη δημοτικότητα της στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο και ιδίως στον Καραγκιόζη, όπου ο Μπαρμπαγιώργος αποκαλεί πολύ συχνά «σαφρακιασμένο» τον Καραγκιόζη, αλλά και τα παιδιά του: «΄Αι το σαφρακιασμένο! Έχει γούστο να μ’ φκιάσ’ κάνα χ’νέρ΄!».

Όταν αποκαλούμε έτσι νεότερα άτομα, το σαφρακιασμένο χρησιμοποιείται σαν υποτιμητική προσφώνηση χωρίς πολύ συγκεκριμένη έννοια: «Η κυρά Κατερίνα θυμήθηκε το πηγάδι της. Είχε, βέβαια, αφημένο κειδά χάμου τον ψυχογιό, μα ήταν τόσο ανεπρόκοπο το σαφρακιασμένο» (Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Χαμοζωή).



Προσθήκη νέας απάντησης