Τι σημαίνει η λέξη Χαβώνω;


Τι σημαίνει και από προέρχεται η λέξη Χαβώνω;

Απαντήσεις





Χαβώνω σημαίνει μαγνητίζω κάποιον, τον κάνω να χάσει τη μιλιά του ή/και να παραλύσει, τον κάνω ότι θέλω. Ετυμολογείται από τη χαβιά ή χαβί, που είναι το χαλινάρι (αρχαίο χαβός) και αρχικά σήμαινε απλώς «περνάω το χαλινάρι», σύντομα όμως απέκτησε τη σημασία «τον μετατρέπω σε άβουλο όργανο του». Ο Κουκουλές στον 6ο τόμο του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός παραθέτει βυζαντινούς κατάδεσμους με φράσεις όπως «δένω, χαλινώνω και χαβώνω τον και κωλοσύρνω τον…» που δείχνουν τη σημασιολογική μεταβολή σε εξέλιξη.

Ο Γρανίτσας στα Άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου αναφέρει την πρόληψη ότι «αν σε ιδεί ο Λύκος “χαβώνεσαι”, τουτέστι μένεις άλαλος». Ο λύκος χαβώνει επίσης τα γιδοπρόβατα, δηλαδή τα μαγνητίζει και τα ξεκόβει από το κοπάδι. Αλλού διαβάζουμε ότι βλέμμα που χαβώνει έχουν οι δράκοι.

Δεν βρήκα σε κανένα λεξικό τη λέξη, ωστόσο έχει αρκετές ανευρέσεις σε σώματα κειμένων· και το Διαδίκτυο δείχνει ότι είναι ακόμα ζωντανή και μάλιστα όχι σε αγροτικά συμφραζόμενα· σταχυολογώ παραθέματα: «τον ψηφίζουμε ανελλιπώς και μας χαβώνει», «χαβώνουν την εργατική τάξη», «οι εξαγγελίες περί μέτρων είναι για να μας χαβώσουν», «δεν πρέπει να ανεχόμαστε να μας χαβώνουν». Έλα όμως που το ανεχόμαστε…



Προσθήκη νέας απάντησης