Τι σημαίνει η λέξη Αποτάζω;


Από που προέρχεται η λέξη Αποτάζω;

Απαντήσεις





Αποτάζω ή ποτάζω σημαίνει αποκτώ, και ειδικότερα βάζω κατά μέρος κάτι, αποκτώ περίσσευμα· πρόκειται για το μεσαιωνικό ρήμα αποτάζω/αποτάσσω, που αποτελεί μετεξέλιξη του αρχαίου υποτάσσω, δηλαδή δεν έχει σχέση με το λόγιο ρήμα αποτάσσω που χρησιμοποιούμε σήμερα. Συνήθως το ρήμα χρησιμοποιείται με άρνηση ή με ερώτηση, όπως στην παροιμία «Αποτάζει ο γύφτος προζύμι;» - όπου η υπονοούμενη απάντηση είναι αρνητική.

Στην έμμετρη διασκευή του αισώπειου μύθου από τον Βηλαρά, ο τζίτζικας παραπονιέται: «Ανεπάντεχα κρύα μ’ επήραν / δεν ποτάζω σπειρί να πορέψω», ενώ στον Φωτεινό ο Βαλαωρίτης δηλώνει ότι «Ο δούλος, είν’ αλήθεια, λίπο ποτάζει μοναχά, ψυχή κι αίμα δεν έχει», λίπος μόνο μαζεύει.

Και βέβαια, υπάρχει το πολυ γνωστό ρεμπέτικο «Όσοι έχουνε πολλά λεφτά» του Μάρκου Βαμβακάρη με το δίστιχο: «Εγώ ψιλή στην τσέπη μου ποτές δεν αποτάζω / κι όλα τα ντέρτια μου περνούν μόνο σαν μαστουριάζω». Κάποιοι που δεν καταλαβαίνουν τη σημασία, νομίζουν ότι το σωστό είναι «ποτέ δεν αποστάζω», πιστεύοντας ίσως ότι ο Μάρκος φαντάζεται να πέφτουν στάλα στάλα τα λεφτά στην τσέπη του.



Προσθήκη νέας απάντησης