Τι σημαίνει η λέξη Αγγρίζω;


Από που προέρχεται η λέξη Αγγρίζω;

Απαντήσεις





Αγγρίζω θα πει ερεθίζω, ενοχλώ· προκειμένου για ζώα, βρίσκομαι σε περίοδο οργασμού. Άγγρισμα είναι, σύμφωνα με τον ορισμό του Σεφέρη στο Βυσσινί τετράδιο, «η καύλα των ζώων», αλλά για ανθρώπους είναι η δυσαρέσκεια. Αγγρισμένο άλογο είναι το ερεθισμένο, είτε σεξουαλικά είτε αλλιώς. Όλες οι λέξεις αυτής της οικογένειας βρίσκονται γραμμένες και με «γκ», αγκρίζω κτλ. Ετυμολογούνται από το αρχαίο αγρίζω, από το άγριος.

Στο Άξιον Εστί του Ελύτη υπάρχει ο στίχος: «ιδού εγώ καταντικρύ […] της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε, γαστέρας το άγγρισμα», ενώ ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη «χτυπούσε μανιασμένος το μαστίγι, και τ’ άλογα χλιμιντρούσαν αγγρισμένα κι έτρεχαν». Και: «Η μάζα παφλάζει, ένα πελώριο, άγριο, αγκρισμένο ζώο που ξεχειλίζει από χυμούς», σε πρόσφατη μετάφραση του Ελίας Κανέτι από την Τζένη Μαστοράκη.

Οι λέξεις αυτές είναι ζωντανές τουλάχιστον στην Κρήτη, στη Λέσβο και ιδίως στην Κύπρο, όπου συχνά βρίσκουμε τη λέξη αγγρισμένος με τη σημασία «θυμωμένος» σε εφημερίδες και ιστολόγια, π.χ. «είναι αγγρισμένος γιατί έχασεν» (στις εκλογές). Μερικοί μάλιστα έχουν την εντύπωση ότι πρόκειται για πρόσφατο δάνειο από το αγγλικό angry!



Προσθήκη νέας απάντησης