Τι σημαίνει η λέξη Ζουριάζω;


Από που προέρχεται η λέξη Ζουριάζω;

Απαντήσεις





Ζουριάζω σημαίνει φθίνω, μαραίνομαι· ζούρα ή ζούρια είναι ο μαρασμός, η καχεξία, ιδίως σε παιδιά - και ζουριασμένος ο ατροφικός, ο καχεκτικός. Η λέξη είναι δάνειο από τα ιταλικά/βενετικά (usura). Αν και έχει υποχωρήσει, ακούγεται ακόμα.

Στη Φόνισσα, η Φραγκογιαννού συναντάει δυο κοριτσάκια, από τα οποία «το μικρότερο, χλωμόν, κακονδυμένον, εφαίνετο μάλλον να πάσχει από "ζούραν", ήτοι παιδικόν μαρασμόν». Και στον επίσης παπαδιαμαντικό Πολιτισμό εις το χωρίον «Ο μικρός Ελευθέριος, τετραετής ήδη, ήτο ζαρωμένος, χλωμός, ζουριασμένος και η μητήρ του ούτε να τον θρέψει ήτο ικανή ούτε να τον "αποκόψει" ηδύνατο». Βέβαια, ζουριάρηδες είναι και ενήλικοι, όπως ο «αδύνατος και ζουριάρης, με χαραχτηριστικά γάτας» φαντάρος που πρωταγωνιστεί στο διήγημα Πόλεμος του Μυριβήλη.

Φυσικά, η λέξη χρησιμοποιείται και μεταφορικά - κάτι που συνήθιζαν οι παλιοί δημοτικιστές, σαν τον Φ. Φωτιάδη («του δασκάλου την άτεχνη τέχνη που του ζουριάζει, που του νεκρώνει τη ζωή») ή τον Π. Βλαστό («Σε μας είχε τόσο παραπεταχτεί η δημοτική που κατάντησε να ζουριάσει και ν' αποξεραθεί»).



Προσθήκη νέας απάντησης