Τι σημαίνει η λέξη Πανέμνοστος;


Απαντήσεις





Πανέμνοστος είναι ο πολύ ευχάριστος στην όψη, ο εξαιρετικά όμορφος. Το έμνοστος βγαίνει από το αρχαίο εύνοστος, με τροπή, που είναι χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής γλώσσας (ελαύνω, λάμνω). Υπάρχει στα παλιότερα λεξικά.

Τη λέξη τη βρίσκουμε σε πολλά μεσαιωνικά κείμενα, καθώς και σε ένα από τα πρωιμότερα δημοτικά τραγούδια που έχουν καταγραφεί («Κόρη ξανθή πανέμνοστη, κύρκας της ταξιδεύει»), επίσης σε νεότερα δημοτικά, στη μετάφραση της Οδύσσειας από Καζαντζάκη και Κακριδή («Η Καλυψώ, η θεά η πανέμνοστη, στις βαθουλές σπηλιές της») και σε πολλούς άλλους ποιητές: στον Μαλακάση («η ρήγισσα τρελάθηκε μ' ένα πανέμνοστον αγόρι»), στον Μιχ. Πιερή, στον Μαρίνο Σιγούρο, στον Ανδρέα Εμπειρίκο («Και ως σκίρταγες πανέμνοστη στη φύση»).

Όμως και σήμερα χρησιμοποιείται από νεότερους ποιητές η λέξη, κι ίσως γι' αυτό θα έπρεπε να την έχουν τα λεξικά. Παράδειγμα, ανάμεσα σε άλλα, ο Μιχάλης Γκανάς, στον Ύπνο του καπνιστή: «αλάτι γίνε στο μάτι του χιονιού / να το τυφλώσεις γυναίκα μου πανέμνοστη κυρά / που με φυσάει το βλέμμα σου γλυκά και πάω. / Πάω χαμένος».



Προσθήκη νέας απάντησης