Τι σημαίνει η λέξη Ορδινιάζω;


Απαντήσεις





Ορδινιάζω και ορντινιάζω σημαίνει ταχτοποιώ, ετοιμάζω, βάζω σε σειρά. Και ορδινιάζομαι, «μπαίνω σε τα΄ξη, στοιχίζομαι, ετοιμάζομαι». Λέξη που ανήκει σε μια οικογένεια λέξεων που μπήκε παλιά στη γλώσσα, δάνειο όχι από τα ιταλικά αλλά απευθείας από τα λατινικά (όρδινος και ορδινεύω την ύστερη αρχαιότητα, από το ordino διατάζω). Συχνή στον Ερωτόκριτο, π.χ. «δένουν καλά, ορδινιάζουν την, και γιατρικά του βάνουν», ακούγεται ακόμα στην κρητική διάλεκτο.

Ο Καζαντζάκης, βέβαια, τη χρησιμοποίησε τόσο στις ομηρικές μεταφράσεις του (π.χ. «Κι ως ορδινιάστηκαν, καθένας τους στους αρχηγούς τρογύρα») όσο και στα δικά του έργα (π.χ. «όλη η τσούρμα σηκώθηκε κι ορδινιάστηκε πίσω από τον μπροστάρη, δεξά οι άντρες, ζερβά οι γυναίκες», Ο Χριστός ξανασταυρώνεται).

Αν και ο Κρητικός, ο Δημήτρης Λιαντίνης αγαπούσε κι αυτός να χρησιμοποιεί τη λέξη, π.χ. «Η αληθινή τέχνη δεν είναι λέξεις ή χρώματα ή ήχοι που τα ορδινιάζουν οι καλλιτέχνες» ή, σε ένα ωραίο απόσπασμα για το πως ο Ελύτης χρησιμοποιεί τις λέξεις: «Τις αναπαλαιώνει με το μεράκι γέρου πετροκόπου τις φοβερίζει, τις μαυλίζει, τις γανώνει, τις ικετεύει, τις λαμπαδιάζει. Ώσπου στο τέλος να του σταθούν, και να τις ορδινιάζει σε λεγεώνες αγγέλων». Θαρρώ πως εδώ ένα πιο συνηθισμένο ρήμα θα βάραινε λιγότερο.



Προσθήκη νέας απάντησης