Τι σημαίνει η λέξη Ντηρούμαι;


Ντηρούμαι ερμηνεία;

Απαντήσεις





Ή ντηριούμαι, ή ντηριέμαι· σημαίνει «διστάζω, δειλιάζω, φοβούμαι». Ειδικά, «διστάζω να μιλήσω». Από το μεσαιωνικό εντηρούμαι, μέση φωνή του εντηρώ (εν + τηρώ). Οι Κρητικοί θα το θεωρήσουν δική τους λέξη, όμως ακούγεται και στη Λέσβο, στα Δωδεκάνησα και σε άλλες περιοχές του ελλαδικού χώρου. Είναι αλήθεια πάντως ότι η λέξη βρίσκεται στην Ερωφίλη και σε άλλα έργα της κρητικής αναγέννησης.

Ντηριέται αυτός που κομπιάζει, που δεν βρίσκει θάρρος να μιλήσει ή να ζητήσει κάτι. Όπως λέει και το δημοτικό, «να της μιλήσω ντρέπομαι, να της το πω ντηριέμαι». Στη Ζωή εν τάφω ο Μυριβήλης γράφει: «ο λοχαγός μας σήκωσε τα μάτια του πάνω μας και μ' ένα χαμογέλιο καλοσυνάτο παρακάλεσε, αν υπάρχει κανένας ανάμεσο μας που καταλαβαίνει τον εαυτό του για "δειλό", να μη ντηριέται, μόνο να το πει καθαρά από τώρα».

«Μ' ακόμα τρέμει το σκεβρό κορμί, ντηριέται να ζυγώσει», λέει ο Καζαντζάκης στην Οδύσσεια του. Ενώ ο Σταμάτης Πέτρου, ο αταίριαστος συνοδός του Κοραή στην αποτυχημένη του εμπορική προσπάθεια στο Άμστερνταμ, σε ένα από τα γράμματα που έστελνε στην έδρα της συντροφίας, στη Σμύρνη, διαβεβαίωνε: «να μην είχε τον φόβο το ειδικό μου, ο Θεός ηξεύρει τι ήθελε να κάμει, όμως από μένα φαίνεται πως ντηριέται».



Προσθήκη νέας απάντησης