Τι σημαίνει η λέξη Μπενεβρέκι;


Μάθετε τη έννοια της σπάνιας λέξεως Μπενεβρέκι.

Απαντήσεις





Το μπενεβρέκι είναι είδος υφαντού παντελονιού που ανήκει στις στεριανές παραδοσιακές φορεσιές· φαρδύ επάνω, στενεύει όσο κατεβαίνει· από την άποψη αυτή, δεν διαφέρει από το ποτούρι. Η λέξη ακούγεται κυρίως σε Ήπειρο και Μακεδονία και, όπως και με το παντελόνι, τη βρίσκουμε και σε ενικό και σε πληθυντικό. Είναι δάνειο από το τουρκικό benevrek, πρόκειται όμως για αντιδάνειο διότι η τουρκική λέξη (που πέρασε επίσης σε βουλγάρικα και σέρβικα) προέρχεται από το ελληνικό (α)πανωβράκι (πρβλ. λαβράκι > levrek).

Σε άρθρο του Σταμ. Σταματίου διαβάζω ότι, όταν οι μετέπειτα οπλαρχηγός Κριεζώτης επέστρεψε από τη Μικρασία (όπου δούλευε εργάτης γης) στην πατρική του Εύβοια το 1821 και πήγε να βρει τους πολεμιστές στο Βρυσάκι, λίγο έλειψε να τον σκοτώσουν κατά λάθος γιατί τον είδαν να φοράει «μπενεβράκια τούρκικα» αντί για φουστανέλες.

Τα μπενεβρέκια έχουν ταυτιστεί με τους ηλικιωμένους και τους χωριάτες. Σε άρθρο του (Μακεδονία, 1927) στο οποίο επικρίνει τα ποιήματα του μουσικού Ριάδη για παράταιρες εικόνες, ο ποιητής Γ. Βαφόπουλος γράφει ότι είναι σαν να έβλεπε «τον μονυελοφορούντα κ. Ριάδην με μπενεβράκια και χονδρές βλάχικες κάλτσες, δώρον της ωραίας του αρχοντοπούλας». Και σε πρόσφατη συζήτηση στο Διαδίκτυο: «είπαμε σορτσάκι, όχι το μπενεβράκι του παππού».



Προσθήκη νέας απάντησης