Τι σημαίνει η λέξη Μόρικος;


Μάθετε την έννοια της σπάνιας λέξεως Μόρικος.

Απαντήσεις





Μόρικος είναι αυτός που έχει χρώμα μενεξεδί, μοβ, βιολετί. Η λέξη παράγεται από το τουρκικό mor και την κατάληξη -ικός. Όμως, σύμφωνα τουλάχιστον με τον Κ. Καραποτόσογλου, η τουρκική λέξη προέρχεται (υποθέτω μέσω αραβικών) από το ελληνικό μόρον, το μούρο, άρα ο μόρικος είναι αντιδάνειο.

Τα μόρικα ρούχα ήταν συνήθως επίσημα και ακριβά· βρίσκουμε πολλές αναφορές σε παλιά προικοσύμφωνα. Στον παπαδιαμαντικό Γάμο του Καραχμέτη, η Λελούδα φοράει ένα ωραίο μεταξωτό φουστάνι «μόρικο που έκανε νερά-νερά».

Οι Καζαντζάκης και Κακριδής χρησιμοποιούν τη λέξη στη μετάφραση της Ιλιάδας, όχι όμως για ρούχα παρά για σκουλαρίκια: «και σκουλαρίκια πέρασε έπειτα στα τρυπημένα αφτιά της / τρίπετρα, μόρικα, που η χάρη τους στραφτάλιζε περίσσια» (Ξ 1823). Αποδίδει την ομηρική φράση «έρματα τρίγληνα μορόεντα». Ο Απόστολος Μελαχρινός επίσης έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη: «Και πήε να μάσει σ' άλλη στράτα / μόρικα βάτσινα στα βάτα». Βάτσινα είναι τα βατόμουρα, που ευλόγως είναι μόρικα!



Προσθήκη νέας απάντησης