Τι σημαίνει η λέξη Λαντουρώ;


Απαντήσεις





Μπορεί να φαίνεται ότι είναι λέξη αποκλειστικά της κρητικής διαλέκτου, το λένε όμως και στη Νάξο και στη Λέσβο, πιθανώς και αλλού. Λαντουρώ ή λαντουρίζω σημαίνει «ψεκάζω, καταβρέχω, ραντίζω». Τα παλιότερα λεξικά την έχουν τη λέξη. Το λαντουρώ προέρχεται, με ανομοίωση αρκετά συνηθισμένη, από το ραντουρώ, το οποίο, σύμφωνα με την ετυμολογία που πρώτος έδωσε ο Κοραής, φαίνεται να είναι συμφυρμός του ραντίζω και του, με το συμπάθιο, ουρώ· άρα ραντουρώ θα σήμαινε αρχικά «καταβρέχω με βρομόνερα» ή «καταβρέχω κάποιους ενοχλητικούς».

Ακόμα κι αν ευσταθεί αυτή η ετυμολογία, σήμερα πάντως δεν νομίζω να τη σκέφτεται κάποιος που χρησιμοποιεί τη λέξη, ή ακόμα χειρότερα που γεύεται τον λαντουριστό, όπως λέγεται σε μερικά μέρη της Κρήτης, π.χ. στην Ιεράπετρα, ο νοστιμότατος και τουριστικότατος ντάκος (αλλού τον λένε κουκουβάγια).

Τη λέξη την έχει χρησιμοποιήσει ο Μυριβήλης σε ένα διάσημο απόσπασμα στον πρόλογο της Ζωής εν τάφω, όπου ένας θαν΄΄ασιμα τραυματισμένος χειριστής φλογοβόλου «σπαρταρώντας σαν το ψάρι, λαντουρούσε με το σιδερένιο μασούρι της συσκευής του την υγρή φωτιά όπου λάχαινε». Πιο ειρηνικά αλλά όχι λιγότερο εμπρηστικά, η μαντινάδα επιμένει: «Μου ΄ψες διαόλου θηλυκό μες στην καρδιά γιαγκίνι και λαντουρώ τη δάκρυα μα κείνη μπλιό δε σβήνει...»



Προσθήκη νέας απάντησης