Τι σημαίνει η λέξη Κομπώνω;


Από που προέρχεται η σπάνια πλέον λέξη Κομπώνω;

Απαντήσεις





Κομπώνω σημαίνει εξαπατώ, ξεγελώ, πλαβεύω με ψεύτικα λόγια, και ρποέρχεται από το μεταγενέστερο κομβώνω (περιγελώ). Το μεσαιωνικό κομπώνω σήμαινε επίσης «δένω με μάγια». Πρόκειται για λέξη που δεν χρησιμοποιείται πια, αλλά έχει αφήσει ίχνη. Κομπωτής είναι ο απατεώνας.

Το κομπώνω είναι πανταχού παρόν σε όλη την κρητική αναγεννησιακή λογοτεχνία, π.χ. στον Ερωτόκριτο: «Η ολπίδα μ' έτοιαν πεθυμιά βλέπε μη σε κομπώσει» (πρόσεξε μη σε ξεγελάσει). Ή, στη Ριμάδα κόρης και νιου: «Λοιπόν οπό 'ναι φρόνιμη, ας σφικτομανταλώνει / γιατί ο άντρας τη γυνή πάντα τηνε κομπώνει». Σε δημοτικά τραγούδια υπάρχει το μοτίβο «κλέφτης του φιλιού και κομπωτής τσ' αγάπης». Ο Πολίτης καταγράφει την παροιμία «Αστακός και το πεπόνι / κι ο γαμπρός πολλούς κομπώνει», γιατί δεν ξέρεις από τα πριν αν θα βγουν της προκοπής.

Οι γυναίκες την Πρωτομαγιά ξυπνούσαν νωρίς και έβαζαν κάτι στο στόμα τους για να μην τις «κομπώσει» ο γάιδαρος - δηλαδή να μην ακούσουν γκάρισμα γαϊδάρου νηστικές. Το ίδιο ίσχυε και για το πρώτο λάλημα του κούκου την άνοιξη. Αλλά και ο κομπογιαννίτης, σύμφωνα με την πιο αποδεκτή θεωρία, προέρχεται από το κομπώνω και το γιαίνω. Οπότε, έμμεσα, το κομπώνω δεν έχει εντελώς ξεχαστεί.



Προσθήκη νέας απάντησης