Τι σημαίνει η λέξη Κνικάτος;


Από που προέρχεται η λέξη Κνικάτος;

Απαντήσεις





Ή κνηκάτος. Ο βαμμένος με κνήκο (ή κνίκο), ο κόκκινος. Ο κνήκος, αρχαία λέξη, είναι φυτό που χρησιμοποιόταν για την εξαγωγή χρωστικής με χρυσοκκόκινο χρώμα. Στα αρχαία, ο κνικάτος λεγόταν κνηκός, και ήταν ανάμεσα στο κίτρινο και το κόκκινο, αλλά στις νεότερες χρήσεις το χρώμα είναι σαφώς κόκκινο.

Τη λέξη τη βρίσκουμε μόνο στον Πάπυρο - ο Δημητράκος καταγράφει ευλαβικά τις αρχαίες χρήσεις, αλλά περιφρονεί τις νέες. Τη βρίσκουμε και στο μεσαιωνικό του Κριαρά, αφού υπάρχει στον Πτωχοπρόδρομο («το μεγαλογράμματον ιμάτιν το κνηκάτον»). Κάποτε πρέπει να ήταν σχεδόν πανελλήνια, σήμερα επιβιώνει τουλάχιστον στη Λέσβο και στη Λήμνο.

Κνικάτα είναι τα μάγουλα, όπως της Ζεμίρας στο Σχολείον των ντελικάτων εραστών του Ρήγα. Κνικάτο είναι συχνά το φέσι, όπως στο λιανοτράγουδο του Μυριβήλη: «Χαρά στη ζώνη τη χρυσή και στη λιγνή τη μέση / και στο γλυκό ματόφρυδο και στο κνικάτο φέσι», και επίσης συχνά το γαρίφαλο: «Το δάκρυ μου γαρίφαλο κνικάτο [...]» (στίχος του Άχθου Αρούρη). Και η παπαρούνα είναι κνικάτη, όπως σε παλιό ποίημα του Αλέξανδρου Κατακουζηνού. Ο κατακόκκινος βέβαια λέγεται ολοκνίκατος ή κατακνίκατος.



Προσθήκη νέας απάντησης