Τι σημαίνει η λέξη Γιώνω;


και από που προέρχεται;

Απαντήσεις





Γιώνω θα πει σκουριάζω, οξειδώνομαι - λέγεται καταρχήν για τα χάλκινα σκεύη, που έχουν παλιώσει και η επικασσιτέρωση έχει φύγει κι έχουν πιάσει αυτό το πράσινο στρώμα σκουριάς. Μεταφορικά, λέγεται για το πρόσωπο που πρασινίζει από μίσος, φθόνο κτλ., για τον άνθρωπο που δηλητηριάζεται από τέτοια συναισθήματα. «Αντί να χαίρεται, γιώνει για του αδερφού του την προκοπή». Υπάρχει και η μετοχή, γιωμένος: ο σκουριασμένος, ο οξειδωμένος, και ο μνησίκακος, κι αυτός που έχει πρασινίσει απ' το κακό του.

Η λέξη ετυμολογείται από το αρχαίο ρήμα ιώ, ιούμαι στη μέση φωνή, που θα πει, ακριβώς, σκουριάζω, πιάνω σκουριά, και που προέρχεται από τον ιό, μια και στα αρχαία ιός, εκτός από το δηλητήριο, ήταν και η σκουριά, η πράσινη του χαλκού και η κόκκινη του σίδερου.

Τη λέξη δεν την έχουν τα νεότερα λεξικά, ωστόσο βλέπω να χρησιμοποιείται ακόμα, τουλάχιστον στη Λέσβο, όπου σε άρθρο τοπικής εφημερίδας βρίσκω παράπονα για «γιωμένα» καρφιά σε κάποια οργανωμένη πλαζ. Και βέβαια υπάρχει το εξαιρετικό ποίημα του αναρχικού Μικέλη Άβλιχου (1844-1917) για τον «μοχθηρό ψευτοφιλόπατρι», που λες πως γράφτηκε για μερικούς σημερινούς: «Το πρόσωπο του εκείνο το γιωμένο / που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά...»



Προσθήκη νέας απάντησης