Τι είναι το Βήσαλο;


Τι σημαίνει και από προέρχεται η λέξη Βήσαλο;

Απαντήσεις





Βήσαλο είναι το κομμάτι από σπασμένο τούβλο ή κεραμίδι ή το χαλίκι. Πρωτομπήκε στη γλώσσα την ύστερη αρχαιότητα ως βήσσαλον και βήσαλον, με τη σημασία «τούβλο», δάνειο από το λατινικό laterculi besales (τούβλα των οκτώ δακτύλων). Το βήσαλο επέδρασε και στον σχηματισμό της λέξεως βότσαλο (δάνειο από το ιταλικό bozzolo). Θα το βρείτε και ως βήσσαλο, βέσ(σ)αλο, βίσαλο.
   Σύμφωνα με το δημοτικό τραγούδι, τα ορφανά «στο κεραμίδι γεύονται, στο βήσαλο δειπνάνε», δηλαδή φτωχικά και πρόχειρα. Στη Μάνα του Καρκαβίτσα, «ο δρόπαλας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βήσαλα και λιθάρια σαρώνει». Στον Χριστό ξανασταυρώνεται του Καζαντζάκη, «κάποτε θα ‘χαν κατοικήσει κι εδώ άνθρωποι - διακρίνεις ακόμα έναν γκρεμισμένο τοίχο, βήσαλα από σπασμένα λαγήνια».
   Μια κατάρα που τη λέμε σε εχθρό είναι «να μη σου μείνει βήσαλο». Επίσης, επειδή παλιά υπήρχε συνήθεια στις κηδείες να γράφει ο παπάς το όνομα του πεθαμένου σε ένα κομμάτι κεραμίδι και να το ρίχνει μέσα στον τάφο, μια άλλη κατάρα είναι «να σου βάλουν το βήσαλό σου». Υπάρχει και η παροιμία «χώνει βήσαλα και βγάζει καρβέλια», για όποιον τυχερό ή επιδέξιο καταφέρνει πολλά με ελάχιστα μέσα.



Προσθήκη νέας απάντησης