Τι είναι Stability and Growth Pact;


Στον οικονομικό τομέα, τι σημαίνει Stability and Growth Pact;

Απαντήσεις





Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Καθιερώθηκε με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Άμστερνταμ της 17.6.1997. Στοχεύει στην εξασφάλιση υγιών δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να ενισχύσει τη σταθερότητα των τιμών και τη διαρκή οικονομική ανάπτυξη που οδηγεί στην αύξηση της απασχόλησης.

• Σύμφωνα με το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου (preventive arm), κάτω από κανονικές συνθήκες oι δημοσιονομικές θέσεις των κρατών μελών πρέπει μεσοπρόθεσμα να είναι ισοσκελισμένες ή πλεονασματικές (close to balance or in surplus) για να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις κανονικές κυκλικές διακυμάνσεις στο πλαίσιο της ελάχιστης υποχρέωσης της τήρησης του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης κάτω από το 3% του ΑΕΠ και της μείωσης ή της σταθερής προσέγγισης του λόγου χρέους-ΑΕΠ στο 60%. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, τα κράτη μέλη της Ε.Ε που μετέχουν στη ζώνη του ευρώ πρέπει να υποβάλουν προγράμματα σταθεροποίησης ενώ τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη προγράμματα σύγκλισης. Ενώ το προληπτικό σκέλος αποσκοπούσε στη δημοσιονομική εξυγίανση μέσω της συσσώρευσης πλεονασμάτων ώστε να αντιμετωπισθούν καταστάσεις σε δύσκολους καιρούς, με την πάροδο του χρόνου ερμηνεύθηκε πιο αυστηρά. Δηλαδή ότι το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα δεν έπρεπε να υπερβαίνει το 0,5% του ΑΕΠ.

• Την περίοδο 2002-2004, λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης, ορισμένα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ όπως η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Γερμανία και η Γαλλία, παρουσίασαν ελλείμματα άνω του 3% και το Σύμφωνο αμφισβητήθηκε έντονα. Δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις αλλά δόθηκε προθεσμία για να διορθωθούν οι δημοσιονομικές παρεκκλίσεις. Το 2004 τρία κράτη μέλη είχαν ελλείμματα άνω του 3% του ΑΕΠ (Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα) ενώ άλλα τρία κράτη (Ιταλία, Κάτω Χώρες και Πορτογαλία) προσήγγισαν το όριο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε την 24.6.2004 ότι θα δοθεί παράταση σε όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ που υπερέβησαν το όριο του 3% να συμμορφωθούν με το Σύμφωνο μέχρι το τέλος του 2005. Ειδικότερα, η Ελλάδα κλήθηκε από το ECOFIN να παρουσιάσει μέτρα μέχρι την 5.11.2004 για τη μείωση του ελλείμματος. Τα μέτρα θα είχαν κύρια διαρθρωτικό χαρακτήρα και θα αποσκοπούσαν στη μείωση του ελλείμματος σε σχέση με το ΑΕΠ κατά 1% συνολικά το 2004 και 2005 με κατανομή της μείωσης ίσως ισομερώς στη διάρκεια των δύο αυτών ετών. Κλήθηκε επίσης να μειώσει σταδιακά και σταθερά το δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ. Την 5.7.2004 δόθηκε προθεσμία επίσης μέχρι τις 5.11.2004 σε έξη νέα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα ώστε να περιορίσουν το έλλειμμά τους κάτω από το 3% του ΑΕΠ. Πρόκειται για την Κύπρο, τη Τσεχική Δημοκρατία, την Ουγγαρία, τη Μάλτα, την Πολωνία και τη Σλοβακία. Η Τσεχική Δημοκρατία και η Ουγγαρία διέθεταν τη μεγαλύτερη προθεσμία συμμόρφωσης δηλαδή μέχρι το 2008 ενώ η Κύπρος θα είχε τα ίδια περιθώρια όπως και η Ελλάδα. Η Ιταλία απέφυγε το μέτρο έγκαιρης προειδοποίησης υποβάλλοντας μέτρα συμμόρφωσης εντός του 2004. Την 16.11.2004 το Συμβούλιο ECOFIN αποφάσισε όπως δώσει στην Ελλάδα διετή περίοδο (2005 και 2006) για να μειώσει το έλλειμμά της κάτω από το όριο του 3%. Συνολικά, 11 από τις 25 χώρες της Ε.Ε είχαν παραβιάσει είτε διαρκώς ή σε ετήσια βάση το Σύμφωνο. Το 2007 η Ελλάδα και άλλες χώρες είχαν εξέλθει από τη διαδικασία δημοσιονομικής επιτήρησης ενώ ο μέσος όρος του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος της ζώνης του ευρώ προβλεπόταν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να μειωθεί από 1,5% το 2006 στο 0,8% του ΑΕΠ το 2007 και να παρουσιάσει μια μικρή αύξηση στο 0,9% το 2008. Σύμφωνα με τις ίδιες προβλέψεις, ο μέσος όρος του δημόσιου χρέους της ζώνης του ευρώ αναμενόταν να μειωθεί από 68,6% του ΑΕΠ το 2006 σε 65% περίπου το 2007 και να παραμείνει στα ίδια επίπεδα το 2008.

• Ήδη, πριν από το 2005, είχε αρχίσει μια ευρεία συζήτηση για την τροποποίηση Συμφώνου με αποκλίνουσες όμως προτάσεις. Η ΕΚΤ είχε ταχθεί κατά της τροποποίησης και υπέρ της μεγαλύτερης αυστηρότητας στην εφαρμογή του. Μερικά κράτη μέλη ζητούσαν ελαστικότερη εφαρμογή σε περιόδους οικονομικής επιβράδυνσης ή ύφεσης και ιδιαίτερα την ελαστικότερη αναδιατύπωση των «εξαιρετικών περιστάσεων» ενώ άλλα τάσσονταν υπέρ της υποβάθμισης του δημοσιονομικού κριτηρίου του ελλείμματος του 3% του ΑΕΠ και ενίσχυσης του κριτηρίου του χρέους του 60% του ΑΕΠ. Άλλα κράτη μέλη ζητούσαν την αυστηρή εφαρμογή του υπάρχοντος Συμφώνου, άλλα απαιτούσαν την εξαίρεση των κρατικών δαπανών για επενδύσεις που έχουν στόχο τη μείωση της ανεργίας ενώ η Γερμανία απαιτούσε να μην υπολογίζεται στο έλλειμμα το κόστος της ενοποίησης των δύο Γερμανιών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε: α) την εφαρμογή του κριτηρίου του χρέους (60% του ΑΕΠ ή βαθμιαία και σταθερή μείωση ώστε να προσεγγίσει την ανωτέρω τιμή αναφοράς) όχι μόνο σαν κριτήριο σύγκλισης για την είσοδο στην ΟΝΕ αλλά και μετά την υιοθέτηση του ευρώ β) τη μετάβαση από το σύστημα παρακολούθησης των ονομαστικών μεγεθών του προϋπολογισμού στο σύστημα των κυκλικά αναπροσαρμοζόμενων υπολοίπων, δηλαδή το συνολικό έλλειμμα του προϋπολογισμού μείον τις επιδράσεις του οικονομικού κύκλου γ) μεγαλύτερη έμφαση στις προσωρινές επιδράσεις (one-off measures), όπως τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις ή από εφάπαξ επιβαλλόμενους φόρους, τα οποία ορισμένα κράτη μέλη τα υπολογίζουν όχι μόνο για τη μείωση του χρέους αλλά και για τη μείωση του ετήσιου δημοσιονομικού ελλείμματος δ) υπολογισμός στο χρέος των πιθανών μελλοντικών υποχρεώσεων (contingent liabilities) όπως τα μελλοντικά ελλείμματα του συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων που θα προκύψουν από τη γήρανση του πληθυσμού ε) εξέταση των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών όχι μόνο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλά και από εξωτερικούς αναλυτές και ελεγκτές και εταιρίες πιστοληπτικής βαθμολόγησης (credit rating agencies). Στην πράξη, όμως, υπήρχε πρόβλημα αφού 11 από τις 25 χώρες της Ε.Ε είχαν παραβιάσει είτε διαρκώς ή σε ετήσια βάση το Σύμφωνο. Βασικά, η Γαλλία και η Γερμανία, που είχαν παραβιάσει το όριο του 3% τα τρία τελευταία έτη, πρωτοστατούσαν για τη χαλαρότερη εφαρμογή του Συμφώνου ενώ υπέρμαχοι αυτού εμφανίζονταν η Αυστρία και οι Κάτω Χώρες. Ο πρoεδρεύων της Ε.Ε το πρώτο εξάμηνο του 2005 Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ συνέβαλε αποφασιστικά στο να επιτευχθεί ένας δύσκολος συμβιβασμός.

• Τελικά, οι όροι του Συμφώνου τροποποιήθηκαν τον Μάρτιο του 2005. Την υριακή, 20 αρτίου 2005 συνήλθε στις Βρυξέλλες το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών των κρατών μελών που είχαν υιοθετήσει το ευρώ (Eurogroup) και στη συνέχεια το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομίας της Ε.Ε (ECOFIN) που ενέκριναν τη συμφωνηθείσα εισήγηση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (Ε.Σ). Το Ε.Σ με σύνθεση τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων που συνήλθε στις Βρυξέλλες στις 22-23 αρτίου 2005 ενέκρινε το κείμενο των τροποποιήσεων με βάση το οποίο:

♦ παραμένουν αναλλοίωτα το ανώτατο επιτρεπόμενο έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης στο 3% του ΑΕΠ και ο στόχος για το λόγο δημόσιου χρέους-ΑΕΠ στο 60%. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος για ισοσκελισμένες ή πλεονασματικές δημοσιονομικές θέσεις για κάθε συγκεκριμένη χώρα της Ευρωζώνης ή του Μηχανισμού Συναλλαγματικών Ισοτιμιών Νο ΙΙ πρέπει να επιτυγχάνεται πιο δυναμικά σε περιόδους οικονομικής ανάκαμψης και λιγότερο σε δύσκολες οικονομικές περιόδους. Απαραίτητη είναι η ετήσια προσαρμογή σε κυκλικά προσαρμοζόμενους όρους, εξαιρουμένων των έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, με μείωση του ελλείμματος κατά 0,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο σαν σημείο αναφοράς

♦ λαμβάνονται υπόψη μόνο οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις που συνεπάγονται άμεσες συνέπειες μακροπρόθεσμης εξοικονόμησης. Ιδιαίτερα προσοχή πρέπει να δίνεται σε μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων που εισάγουν ένα σύστημα πολλαπλών πυλώνων οι οποίοι περιλαμβάνουν ένα υποχρεωτικό πυλώνα με πλήρη χρηματοδότηση. Τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν τέτοιες μεταρρυθμίσεις πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν από την πορεία προσαρμογής τους προς το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο υπό τον όρο ότι η παρέκκλιση θα είναι προσωρινή

♦ κατά την εξέταση, στη διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, των «άλλων σχετικών παραγόντων» λαμβάνεται υπόψη η δυνητική οικονομική μεγέθυνση, οι επικρατούσες κυκλικές συνθήκες, η εφαρμογή πολιτικών προώθησης της έρευνας και ανάπτυξης και της καινοτομίας, η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, οι δημόσιες επενδύσεις, η αύξηση ή η διατήρηση σε υψηλό επίπεδο των χρηματοδοτικών συνεισφορών υπέρ της προαγωγής της διεθνούς αλληλεγγύης και της επίτευξης ευρωπαϊκών στόχων ιδιαίτερα της ένωσης της Ευρώπης ενώ εξετάζεται δεόντως και κάθε άλλος παράγοντας που είναι συναφής «κατά τη γνώμη του οικείου κράτους μέλους», προκειμένου να αξιολογηθεί συνολικά και ποιοτικά η υπέρβαση της τιμής αναφοράς

♦ όσον αφορά το διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου (corrective arm), οι προθεσμίες για την ανάλη η αποτελεσματικής δράσης και τη λήψη μέτρων μπορεί να παρατείνονται ως εξής: για την έκδοση απόφασης για τη διαπίστωση υπερβολικού ελλείμματος από 3 σε 4 μήνες, το χρονικό διάστημα ανάλη ης αποτελεσματικής δράσης από 4 σε 6 μήνες, η προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος κατά κανόνα θα είναι ένα έτος από τον εντοπισμό του. Η αρχική αυτή προθεσμία θα μπορεί να είναι ένα έτος αργότερα, δηλαδή το δεύτερο έτος μετά τον εντοπισμό του, και ως εκ τούτου το τρίτο έτος μετά την εμφάνισή του. Οι προθεσμίες για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος μπορεί να επανεξετάζονται, εφόσον ανακύπτουν απρόβλεπτες οικονομικές αντιξοότητες με δυσμενείς δημοσιονομικές συνέπειες. Την 20.4.2007, η Eυρωομάδα των υπουργών οικονομίας και οικονομικών της ζώνης του ευρώ (Eurogroup) επιβεβαίωσε εκ νέου την προσήλωσή της στα υγιή δημοσιονομικά μεγέθη και την τήρηση του αναθεωρημένου Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης τονίζοντας ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επωφεληθούν από τους υ ηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και να διαθέσουν τα πλεονάσματα για τη μείωση του ελλείμματος και του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ. Τα κράτη μέλη που δεν είχαν επιτύχει το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό στόχο ( edium-Τerm budgetary Οbjective, MTO), δηλαδή να κινηθούν προς ισοσκελισμένους ή πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, όφειλαν να επιταχύνουν τη μείωση του ελλείμματος και του χρέους τους ώστε να επιτύχουν τουλάχιστον ετήσια προσαρμογή του MTO, σε διαρθρωτικούς όρους, κατά 0,5% του ΑΕΠ. Τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ δεσμεύθηκαν να επιτύχουν το στόχο τους το 2008 ή το 2009 και οπωσδήποτε όλα το έτος 2010.

• Την 9.10.2007, το Συμβούλιο των υπουργών οικονομίας και οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECOFIN) υιοθέτησε τα εξής συμπεράσματα με στόχο να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης:

♦ η πρόοδος προς διαρκώς υγιείς δημοσιονομικές θέσεις αποτελεί προτεραιότητα σε συνδυασμό με το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης για τη λήψη έγκαιρα μέτρων προκειμένου να αντιμετωπισθούν τα μελλοντικά ελλείμματα που θα προκύψουν από τους γηράσκοντες πληθυσμούς (ageing populations). Οι χώρες που δεν έχουν επιτύχει το MTO πρέπει να επιταχύνουν τις προσπάθειές τους για τη μείωση του ελλείμματος και χρέους αυτών. Ειδικότερα οι χώρες που μετέχουν στη ζώνη του ευρώ ή στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών Νο 2, οφείλουν να επιτυγχάνουν μία ετήσια προσαρμογή, σε κυκλικά αναπροσαρμοζόμενους όρους, κατά 0,5% σαν δείκτη αναφοράς (benchmark). Ο δείκτης προσαρμογής πρέπει να είναι υψηλότερος σε περιόδους υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης

♦ η μακροπρόθεσμη διαρκής δημοσιονομική εξυγίανση, ιδιαίτερα αυτή που αντανακλά τη μελλοντική γήρανση του πληθυσμού, πρέπει να βελτιωθεί στα πλαίσια των ΤΟs. Τα κριτήρια και οι ρυθμίσεις που λαμβάνουν υπόψη τις προβλεπόμενες κυβερνητικές υποχρεώσεις κατά τον καθορισμό των ΤΟs θα συζητηθούν στις αρχές του 2008. Τα κράτη μέλη θα παρουσιάσουν νέα ΤΟs στην επικαιροποίηση των εθνικών προγραμμάτων σταθεροποίησης και σύγκλισης (βλέπε όρους «Stability programmes» και «Convergence programmes») το φθινόπωρο του 2009 παρέχοντας μια αναθεώρηση των ΤΟs κάθε 4 χρόνια

♦ οι εθνικοί δημοσιονομικοί κανόνες και θεσμοί, περιλαμβανομένων των μηχανισμών παρακολούθησης, είναι σημαντικοί για την επίτευξη υγιών δημοσιονομικών θέσεων. Κανόνες που βασίζονται σε πολυετή δημοσιονομικά πλαίσια μπορούν να βοηθήσουν στην υιοθέτηση σχεδίων μεσοπρόθεσμων προϋπολογισμών περιλαμβανομένων μηχανισμών ελέγχου των δαπανών

♦ η τακτική αξιολόγηση των εθνικών δημοσιονομικών πολιτικών θα πρέπει να βελτιωθεί με μια πιο κατανοητή ανάλυση της συνολικής μακροοικονομικής κατάστασης και με καλύτερα εργαλεία μέτρησης των προβλεπόμενων δημοσιονομικών θέσεων των κρατών μελών, ιδιαίτερα με την αποτροπή εφαρμογής προκυκλικών δημοσιονομικών πολιτικών σε περιόδους υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης. Εάν κριθεί αναγκαίο, τα προγράμματα σταθεροποίησης και σύγκλισης πρέπει να εξειδικεύσουν περαιτέρω τα μέτρα πολιτικής προκειμένου να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των μεσοπρόθεσμων στόχων ( ΤΟs) και των δημοσιονομικών τάσεων (fiscal trends).

• Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση που κατέληξε και σε παγκόσμια οικονομική κρίση και εντάθηκε το 2008 και 2009 δημιούργησε ανοχές για την τήρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Πολλά κράτη της Ε.Ε αναγκάσθηκαν να εκταμιεύσουν σημαντικά ποσά για να δανείσουν ή να συμμετάσχουν στο μετοχικό κεφάλαιο πιστωτικών ιδρυμάτων και μεγάλων επιχειρήσεων προκειμένου να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα ρευστότητας και να αποτρέψουν χρεοκοπίες που θα οδηγούσαν σε μεγάλη αύξηση της ανεργίας. Σαν συνέπεια ήταν η αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων πάνω από το 3% του ΑΕΠ. Για το λόγο αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραχώρησε μεγαλύτερες περιόδους προσαρμογής και αναμένεται να γίνει αυστηρότερη μετά την πάροδο της κρίσης.



Προσθήκη νέας απάντησης