Τι είναι ο Τσιπλάκης;


Τι σημαίνει και από προέρχεται η λέξη Τσιπλάκης;

Απαντήσεις





Τσιπλάκης κατά λέξη είναι ο γυμνός, αλλά πιο συχνά χρησιμοποιείται με τη μεταφορική έννοια: φτωχός, κακομοίρης. Δάνειο από τα τουρκικά (çiplak, επίσης με τις δύο έννοιες), ακούγεται κυρίως στη Μακεδονία και Θράκη. Υπάρχει και ως επώνυμο.

Σε χρονογράφημα του, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης έγραψε ότι «κανείς δεν υποχρεώνει ένα σωρό τσιπλάκηδες, που την είδαν ξαφνικά Νιάρχοι, να δανείζονται ένα κάρο λεφτά». Πολύ παλιότερα, ο κωνσταντινουπολίτης ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, κορόιδεψε την κυράτσα Κρουσταλλένια, που «με την τσούρμα τα παιδιά της και τον άνδρα τον τσιπλάκη, και με μύδια στο πινάκι, εις τες εξοχές πηγαίνει…»

Ο χαρακτηρισμός «τσιπλάκηδες» είναι βέβαια μειωτικός, ιδίως αν σκεφτούμε ότι προέρχεται από άτομα που είναι ή θεωρούν εαυτούς εύπορους, ωστόσο υπήρξε στο παρελθόν μια περίπτωση που κάποιοι αποδέχτηκαν αυτή την ονομασία: στα τέλη του 19ου αιώνα, στα Σέρρας επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Έλληνες της πόλης διαιρέθηκαν σε δυο μερίδες, τους «τσιπλάκηδες» και τους «τσορμπατζήδες», δηλαδή τους πλούσιους γαιοκτήμονες που ήταν «αυθαίρετοι και αποκλειστικοί εν τη διοίκησει των κοινών». Τελικά η σύγκρουση έληξε με νίκη των «τσιπλάκηδων», που πέτυχαν την αποπομπή του δεσπότη. Νικούν καμιά φορά κι οι τσιπλάκηδες - αν και οι συγκεκριμένοι ήταν εύποροι και μορφωμένοι αστοί, όχι πραγματικοί φουκαράδες.



Προσθήκη νέας απάντησης