Τι είναι ο Σαστικός;


Τι σημαίνει και από που προέρχεται η λέξη Σαστικός;

Απαντήσεις





Ο σαστικός δεν είναι… σαστισμένος, τουλάχιστον όχι εξ ορισμού. Σαστικός σημαίνει αρραβωνιαστικός, το ταίρι, και στο θηλυκό σαστική ή σαστικιά, η αρραβωνιαστικιά. Όπως λέει ο Ανδριώτης στο ετυμολογικό του, η λέξη προέρχεται από το σάζω < ισάζω (με την έννοια «συναρμόζω», «ζευγαρώνω»). Μόνο ο Πάπυρος έχει τη λέξη, που είναι αλήθεια ότι έχει πια παλιώσει, ωστόσο έχει χρησιμοποιηθεί πολύ στη λογοτεχνία μας.

Καταρχάς, σε δημοτικά τραγούδια, όπως για τον θάνατο του Κωνσταντά, που όταν λαβώνεται κάνει «τρία γράμματα, τρί φαρμακωμένα», για τη μάνα του, τον πατέρα του, και «το τρίτο το φαρμακερό να πάει στη σαστικιά του». Σε άλλο δημοτικό, του Γιάννη, οι Τούρκοι ρωτάνε την κοπέλα που είναι ο καλός της, κι εκείνη αποκρίνεται: «Θιαμαίνομαι, λογίζομαι για ποιον άντρα που λέτε / Που γω δεν επαντρεύτηκα και σαστικό δεν έχω».

Η λέξη υπάρχει επίσης στον Βαλαωρίτη, στον Αυγέρη, στον Π. Χορν, αλλά και στον Χριστό του Καζαντζάκη, όπου η Λενιώ «λαχτάριζε να δείξει στον παλιό της σαστικό πως δεν τον είχε ανάγκη, βρήκε καλύτερο - να σκάσει…» Αλλά είναι και λέξη παπαδιαμαντική, π.χ. στο Άνθος του γιαλιού, όπου η Λουλούδω μάταια περιμένει «να έρθει η μέρα που θα γεννηθεί ο Χριστός, να γυρίσει ο σαστικός της να την στεφανωθεί».



Προσθήκη νέας απάντησης