Τι είναι ο Καρλαύτης;


Τι σημαίνει και από που προέρχεται η λέξη Καρλαύτης;

Απαντήσεις





Καρλαύτης είναι αυτός που έχει μεγάλα και κυρτά ή πεταχτά αυτιά. Τα νεότερα λεξικά δεν την έχουν, ενώ ο Δημητράκος τη λημματογραφεί ως γαρλαύτης. Συχνή είναι και η παραλλαγή χαρλαύτης. Και ως επίθετο. Φυσικά, θα τη βρείτε γραμμένη και καρλάφτης, χαρλάφτης κτλ.

Η ετυμολογία της είναι μηστήριο αξεδιάλυτο προς το παρόν· η σχεδόν πανελλήνια διάδοση της λέξης (και στην Κύπρο) δεν συνηγορεί υπέρ μιας σλαβικής προέλευσης. Έχει προταθεί η συσχέτιση με το γαϊδουραύτης, ενώ δεν αποκλείεται να ετυμολογείται από τη λέξη κλιναύτης (με γερτά αυτιά) μέσω ενός τύπου καλναύτης.

Στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ο παραγιός του ήρωα περιγράφεται ως «μαυροτσούκαλο, με φοβισμένα γοργοκίνητα μάτια, καρλαύτης». Όμως η λέξη χρησιμοποιείται τόσο για ανθρώπους όσο και για ζώα, ανήκει δηλαδή και στο ποιμενικό λεξιλόγιο. Έτσι, καρλαύτικο είναι το κατσίκι ή το πρόβατο με τα μεγάλα και κυρτά αυτιά.



Προσθήκη νέας απάντησης