Τι είναι ο Γκαϊλές;


Τι σημαίνει και από που προέρχεται η λέξη Γκαϊλές;

Απαντήσεις





Γκαϊλές είναι η θλίψη, η φροντίδα, η στεναχώρια, η αγωνία που έχουμε για κάτι και μας αγχώνει. Πρόκειται για λεξη που είναι ολοζώντανη, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά ωστόσο δεν έχει αξιωθεί να λημματογραφηθεί σε λεξικό, πέρα από το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας. Δάνειο από το τουρκικό gaile, ίδιας σημασίας, αν και πολλοί το προφέρουν καϊλέ επειδή το συσχετίζουν με το παρόμοιο ελληνικό καϊλα ή πιστεύουν ότι πρόκειται για αντιδάνειο (δεν είναι· η τουρκική λέξη έχει αραβική αρχή).

Ενώ στα παλιότερα κείμενα ο γκαϊλές χρησιμοποιείται κατά κυριολεξία (π.χ. «την έφαγε ο γκαϊλές του ξενιτεμένου του γιου της»), στη σημερινή χρήση λειτουργεί υπονομευτικά, θα λέγαμε, αφού χρησιμοποιείται συνήθως ειρωνικά, για να δηλωθεί ότι κακώς ή υποκριτικά τον απασχολεί κάποιον ένα θέμα. Π.χ. «Οι πολιτικοί με έναν γκαϊλέ κοιμούνται και σηκώνονται, πώς θα στηριχτούν οι μικρομεσαίοι» (Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Μακεδονία, 2007) ή «άλλον γκαϊλέ δεν είχε στην γκλάβα του, πως θα πάρει το αίμα του πίσω» (Μάρκος Μέσκος, Μουχαρέμ) ή «λες και είχα κανέναν γκαϊλέ να μάθω τα προσωπικά του» (Διαδίκτυο).

Άλλωστε, όπως λέει και η παροιμία για όσους κακώς κατατρίβονται με ξένες υποθέσεις, «Θ'κό του ψωμί τρώει, ξένους γκαϊλέδες τραβάει».



Προσθήκη νέας απάντησης