Τι είναι Hedge funds;


Στον οικονομικό τομέα, τι σημαίνει ο όρος Hedge funds;

Απαντήσεις





Κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου ή κατά την ελληνική έκδοση της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ για το έτος 2008 «αμοιβαία κεφάλαια υψηλής μόχλευσης». Ο κίνδυνος που καλύπτεται μπορεί να προέρχεται από τη μεταβλητότητα των επιτοκίων, των τιμών συναλλάγματος, των τιμών των μετοχών, των ομολόγων και των εμπορευμάτων. Η κάλυψη πραγματοποιείται συνήθως με τη χρήση προθεσμιακών πράξεων ή χρηματοοικονομικών συμβολαίων futures και options.

Τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια. Οι άμεσοι επενδυτές (direct investors) τοποθετούν σε αυτά κεφάλαια μεταξύ 100.000 και 10.000.000 δολαρίων ΗΠΑ ή πάνω από 125.000 ευρώ. Οι διαχειριστές των εταιριών εισπράττουν συνήθως μια προμήθεια 1% έως 2% επί της αξίας του επενδυόμενου κεφαλαίου και 15% έως 30% επί των καθαρών κερδών. Το ποσοστό της προμήθειας επί των κερδών καθορίζεται ανάλογα με το μέγεθος απόδοσης κάθε hedge fund. Οι άμεσοι επενδυτές μπορούν, συνήθως, να αποσυρθούν μόνο μετά παρέλευση έτους από την πρώτη επένδυση και μετά μόνο μια φορά κάθε τρίμηνο. Το κεφάλαιο του επενδυτή κατατίθεται σε μία τράπεζα και χρησιμεύει σαν ασφάλεια για την ανάληψη ανοικτής θέσης 10 με 100 φορές μεγαλύτερης από το κεφάλαιο. Εάν για παράδειγμα οι τιμές των ομολόγων ανεβούν οι επενδυτές συσσωρεύουν τεράστια κέρδη. Εάν πέσουν πρέπει να ευρεθούν επί πλέον κεφάλαια ή να υποστούν ζημία με την πώληση συμβολαίων futures.

Στα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου προσέφευγαν αρχικά μόνο άμεσοι επενδυτές δηλαδή μεγάλα επενδυτικά σχήματα που αναλάμβαναν σημαντικό κίνδυνο με τις τοποθετήσεις τους. Αργότερα, διευρύνθηκε ο κύκλος των πελατών τους με κυριότερη παρουσία τους θεσμικούς επενδυτές (επενδυτικές τράπεζες, επενδυτικές εταιρίες, αμοιβαία κεφάλαια, διαμεσολαβητές της αγοράς (brokers), ασφαλιστικές εταιρίες, κρατικά κεφάλαια διαχείρισης πλούτου και συνταξιοδοτικά ταμεία). Επίσης, επί μέρους επενδυτές μπορούν να συμμετάσχουν, αλλά λόγω του υψηλού ποσού αρχικής συμμετοχής, μόνο έμμεσα (indirect investors). Οι έμμεσοι επενδυτές συμμετέχουν μέσω τρίτων (των θεσμικών επενδυτών και κύρια των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης και των Funds of funds δηλαδή των αμοιβαίων κεφαλαίων που επενδύουν σε άλλα αμοιβαία κεφάλαια). Η συμμετοχή των θεσμικών επενδυτών υπολογίζεται ότι ανέρχεται μεταξύ 20% και 30% των κεφαλαίων των hedge funds. Σε 30% εκτιμάται ότι ανέρχεται η συμμετοχή των έμμεσων επενδυτών.

Τα hedge funds ταυτίστηκαν με την αχαλίνωτη κερδοσκοπία στις δεκαετίες του 80 και του 90 η οποία συνεχίσθηκε σε μικρότερη κλίμακα και στις αρχές της νέας χιλιετίας. Το μεγαλύτερο ήταν το Soros Fund που συστάθηκε το 1973 από τον Τζώρτζ Σόρος και τον Τζιμ Ρότζερς και στα δέκα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του είχε απόδοση 4.000%. Το 1979 μετονομάσθηκε σε Quantum Fund ενώ το 1980 αποχώρησε ο Τζιμ Ρότζερς. Στη συνέχεια, ο Σόρος ισχυριζόταν ότι απέδιδε στους πελάτες του ετήσια κέρδη 35%. Το 1992 κέρδισε 1 δισεκατομμύριο δολάρια ΗΠΑ με πώληση λιρών Αγγλίας με αποτέλεσμα την υποτίμηση του ανωτέρω νομίσματος και την έξοδό του από το Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών. Όμως την 14.2.94 το Quantum Fund έχασε 600.000.000 δολάρια ΗΠΑ διότι ατύχησε στο στοίχημα της πτώσης του γεν έναντι του δολαρίου ενώ τελικά το γεν ανατιμήθηκε.

Μεγαλύτερη καταστροφή υπέστη το Long-Term Capital Management (LTCM) το 1998. Το LTCM ιδρύθηκε το 1994 από τον Τζον Μεριγουέδερ που ήταν πριν treasurer στη Salomon Brothers και αριστοτέχνης στις πράξεις hedging. Πλαισιώθηκε στο Δ.Σ. από ικανά στελέχη όπως ο πρώην Υποδιοικητής της FED Ντέιβιντ Μάλινς και οι νομπελίστες οικονομολόγοι Μάριον Σκόουλς και Ρόμπερτ Μέρτον. Το LTCM είχε αποδεχθεί ένα μεγάλο στοίχημα ότι το spread μεταξύ των ομολόγων του θησαυροφυλακίου των ΗΠΑ και των εταιρικών ομολόγων των ΗΠΑ θα σμίκρυνε. Διέθεσε 120 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ για την αγορά εταιρικών ομολόγων με χρηματοδότηση από τη βραχυχρόνια πώληση ενός ισοδύναμου ποσού από ομόλογα του θησαυροφυλακίου των ΗΠΑ μέσω της αγοράς repos. Το στοίχημα στηρίχθηκε σε κεφάλαια επενδυτών ύψους 2,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αλλά η κρίση στη Ρωσία οδήγησε σε άνοδο των τιμών των κρατικών ομολόγων και σε ελεύθερη πτώση των ιδιωτικών εταιρικών ομολόγων. Έχασε 4 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ, κατέρρευσε και τελικά διεσώθη μετά από πρωτοβουλία της FED και παρέμβαση των 14 πιστωτριών τραπεζών. Τη διοίκησή του ανέλαβε εποπτική αρχή από 6 πιστώτριες τράπεζες μεταξύ των οποίων η Merrill Lynch, η Goldman Sachs και η J.P. Morgan. Σύμφωνα με το Ιαπωνικό Κέντρο Διεθνούς Χρηματοοικονομικής (JCIF) τα hedge funds είχαν συνολικά απώλειες στη διάρκεια του 1998 32,4 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ (βλέπε και όρο LTCM crisis).

Το Μάρτιο του 2000 κατέρρευσε το δεύτερο μεγαλύτερο hedge fund του κόσμου, το Tiger Management και ένας από τους βασικότερους λόγους ήταν η μεγάλη πτώση του δείκτη μετοχών εταιριών υψηλής τεχνολογίας NASDAQ. Τα περιουσιακά στοιχεία των έξη hedge funds του Tiger ρευστοποιήθηκαν και το 75% αυτών - περίπου 6 δισεκατομμύρια δολάρια - διατέθηκαν για την αποζημίωση των επενδυτών. Oι αποδόσεις του Tiger ανήρχοντο το χρονικό διάστημα 1980-1999 σε 26% και υπό την καθοδήγηση του Τζούλιαν Ρόμπερτσον ήταν από τα πιο κερδοφόρα του κόσμου. O τελευταίος δήλωσε ότι αποσύρεται αφού οι αγορές δεν υπακούν πλέον στους οικονομικούς νόμους.

Την 30.9.2006, το hedge fund Amaranth Advisors LLC με έδρα το Κονέκτικατ των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι παύει τις εργασίες του και αναστέλλει τις πληρωμές του για την περίοδο από 30.9 μέχρι 31.10.2006. Η κατάρρευση του Amaranth, το οποίο είχε κερδίσει 1,26 δισεκατομμύρια δολάρια το 2005 και 2,17 δισεκατομμύρια δολάρια το 2006 μέχρι τον Αύγουστο, οφείλεται σε ζημία το Σεπτέμβριο από τις κινήσεις ενός μόνο διαπραγματευτή, του Μπράϊαν Χάντερ που του είχε επιτραπεί να εργάζεται από την οικία του στο Κάλγκαρυ του Καναδά. Ο Χάντερ στοιχημάτισε στην άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου. Η τιμή του προϊόντος αυτού έπεσε και η εταιρία έχασε περίπου 5 δισεκατομμύρια δολάρια.

Τον Ιούνιο του 2007, κατέρρευσε το ένα από τα δύο hedge funds του ομίλου Bear Stearns, το High Grade Structured Credit Strategies Enhanced Leverage Fund που είχε συγκεντρώσει μέχρι το τέλος Μαρτίου 2007 επενδυτικά κεφάλαια 600.000.000 δολαρίων κύρια μοχλευμένα δηλαδή μέσω τραπεζικού δανεισμού και αποτελούμενα και από τα υψηλού κινδύνου ενυπόθηκα ομόλογα CDOs. Έχοντας απολέσει το 23% της αξίας του δήλωσε ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Μικρότερες απώλειες παρουσίαζε το άλλο hedge fund του ομίλου, το High Grade Structured Credit Strategies Fund, το οποίο διασώθηκε από την ίδια τη Bear Stearns η οποία διέθεσε για το σκοπό αυτό 3,2 δισεκατομμύρια δολάρια από τα ίδια της κεφάλαια. Αντίθετα, οι πιστώτριες τράπεζες της Bear Stearns δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον να συνδράμουν στη διάσωση των δύο hedge funds. Από αυτές οι Merrill Lynch και Deutsche Bank κατάσχεσαν ομόλογα αξίας 1 δισεκ. δολαρίων με τη Merrill Lynch να προσπαθεί να πωλήσει στην αγορά το μερίδιο των κατασχεθέντων δηλαδή ομόλογα αξίας 850.000.000 δολαρίων. Το τρίτο δεκαήμερο του ίδιου μήνα έγινε γνωστό ότι κατέρρευσαν δύο hedge funds στην Ιρλανδία της Ritchie Capital Management L.L.C. (επενδυτικός όμιλος των ΗΠΑ με έδρα το Λισλ του Ιλλινόις) μετά από ζημιές 700.000.000 δολαρίων.

O κύκλος εργασιών των hedge funds ανερχόταν το 2000 σε 490 δισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ και το ενεργητικό τους σε 450 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2008 λειτουργούσαν σε παγκόσμιο επίπεδο 8.000 hedge funds με συνολικό κύκλο εργασιών 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια. Από αυτόν, 1 τρισεκατομμύριο ανήκε σε εταιρίες των ΗΠΑ, 255,5 δισεκατομμύρια στο Ηνωμένο Βασίλειο, 16,8 δισεκατομμύρια στη Γαλλία και 115 δισεκατομμύρια στις ασιατικές αγορές. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών των hedge funds, το επενδεδυμένο ενεργητικό τους ανερχόταν σε 7 δισεκατομμύρια ευρώ.

Την 2.6.2006, η ΕΚΤ παρουσίασε μελέτη για τα hedge funds στην οποία εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για τη σταθερότητα των διεθνών αγορών από την ανεξέλεγκτη και κερδοσκοπική δράση αυτών. Επικαλούμενη το ανωτέρω παράδειγμα του LTCM τόνισε ότι οι κίνδυνοι κατάρρευσης έχουν αυξηθεί από το 1998 με δεδομένο την εντυπωσιακή άνοδο του κύκλου εργασιών των εταιριών αυτών. Ο Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Λουκάς Παπαδήμος έφθασε στο σημείο να παρομοιάσει τον κίνδυνο κατάρρευσης ενός ή περισσοτέρων hedge funds με την απειλή από μια πανδημία της γρίπης των πτηνών.

Η εταιρία πιστοληπτικής διαβάθμισης Fitch Ratings δημοσίευσε τον Ιούνιο του 2007 μία έρευνα για τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου όπου επισήμανε: 1) παράγουν σχεδόν το 60% του όγκου των συναλλαγών στην αγορά των Credit Default Swaps, CDS’s (βλέπετε όρο Swap). Τα υπό διαχείριση κεφάλαια του κλάδου αυτού έχουν φθάσει τα 15 με 18 τρισεκατομμύρια δολάρια και ο αριθμός αυτός είναι ενδεικτικός της μεγάλης μόχλευσης των hedge funds και της μεγάλης ρευστότητας που προκύπτει. Η μόχλευση πραγματοποιείται με δανεισμό από τις τράπεζες 5 με 6 φορές περισσότερο από τα υπό διαχείριση κεφάλαια που διαθέτουν 2) τα hedge funds πιέζουν τους διαχειριστές των χαρτοφυλακίων τους στις επενδυτικές τράπεζες να τους παρέχουν συνεχώς όλο και πιο ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης και ασφαλισμένα δάνεια για τις θέσεις τους που είναι λιγότερο ρευστοποιήσιμες. Κατά συνέπεια, οι επενδυτές κινδυνεύουν να ευρεθούν αντιμέτωποι με σοβαρά προβλήματα ρευστότητας καθώς σε περίπτωση κρίσης όλοι θα προσπαθήσουν να ρευστοποιήσουν τις θέσεις τους με αποτέλεσμα να υποχωρήσει δραματικά η αξία των επενδυμένων κεφαλαίων. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου έντονης πίεσης στην αγορά, οιαδήποτε βεβιασμένη ρευστοποίηση θέσεων θα λάβει ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις λόγω της υπερβολικής μόχλευσης 3) με τα hedge funds είναι πολύ πιο δύσκολο να προβλεφθεί ο τρόπος με τον οποίο θα λειτουργήσουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές εάν ανατραπούν οι ευνοϊκές συνθήκες 4) η αβεβαιότητα αυτή είναι σημαντική επειδή ακόμα και μια προσωρινή κρίση μπορεί να οδηγήσει σε πτώχευση πλήθους (και ιδιαίτερα των μεσαίων) επιχειρήσεων που έχουν εκδώσει ομόλογα που πλησιάζουν στη λήξη τους.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ Ζαν-Κλωντ Τρισέ σε συνέντευξη προς τους δημοσιογράφους την 6.6.2007, απαντώντας σε σχετική ερώτηση επ’ ευκαιρία της Συνόδου του G8 στην ημερήσια διάταξη του οποίου είχε γραφεί το ζήτημα των κινδύνων από τη δράση των hedge funds, τόνισε: 1) οι εποπτικές αρχές πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι βασικοί διαμεσολαβητές και ιδιαίτερα οι μεγάλες εμπορικές και επενδυτικές τράπεζες, που ευρίσκονται σε άμεση σχέση με τα hedge funds, χρησιμοποιούν τις καλύτερες πρακτικές διαχείρισης κινδύνου και να αποκτούν άμεση πληροφόρηση για τη δραστηριότητα των εταιριών αυτών 2) είναι αναγκαίο όπως οι κύριοι διαμεσολαβητές διεξάγουν δοκιμές προσομείωσης καταστάσεων κρίσης (stress tests) ώστε να βεβαιωθούν ότι σε περίπτωση κρίσης των hedge funds, που έχουν χρηματοδοτηθεί από αυτούς, θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν και δεν θα τους δημιουργηθούν προβλήματα φερεγγυότητας και έλλειψης ρευστότητας 3) οι κύριοι διαμεσολαβητές να ενισχύσουν τη διαφάνεια (transparency) απέναντι στα hedge funds – πελάτες τους 4) τα hedge funds να υιοθετήσουν δείκτες αναφοράς (benchmarks) αναφορικά με την άριστη συμπεριφορά διαφάνειας έναντι των κύριων διαμεσολαβητών και των ιδίων πελατών 5) η εφαρμογή των benchmarks να είναι σε εθελοντική βάση και να ανήκουν στη σφαίρα της πρωτοβουλίας της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας 6) η ΕΚΤ δεν υποστήριξε ποτέ την αναγκαστική εισαγωγή νέων διοικητικών κωδίκων και κανονισμών, έχει ταχθεί, όμως, υπέρ της ενεργητικής δράσης στις διάφορες πλευρές του προβλήματος οι οποίες προηγούμενα αναφέρθηκαν.

Τα ίδια τα hedge funds υποστήριζαν ότι οι κίνδυνοι μετριάζονται από την έλλειψη δυνατότητας των επενδυτών να αποσυρθούν πριν από ένα χρόνο και σε ορισμένες περιπτώσεις πριν από δύο χρόνια από την αρχική κατάθεση, από την απαίτηση των prime brokers έναντι των hedge funds να καταθέτουν εγγυήσεις ή περιθώρια, από την υποχρέωση των δανειστριών τραπεζών να τηρούν αποτελεσματικά συστήματα ελέγχου των κινδύνων και από την τακτική των εποπτικών αρχών να ασκούν πιέσεις ώστε ο ανταγωνισμός μεταξύ των prime brokers για την κατάκτηση της πελατείας των hedge funds να μην οδηγεί σε χαλάρωση της πολιτικής ελέγχου των κινδύνων. καταβαλλλόταν, επίσης, προσπάθεια από τις ρυθμιστικές αρχές όπως: α) βελτιωθεί η διαθέσιμη πληροφόρηση για τις αγορές στις οποίες δραστηριοποιούνται τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου και β) να γίνουν αποδεκτές διαδικασίες που στοχεύουν στην απόκτηση πληροφόρησης και εμπειρίας για τη διαχείριση των κινδύνων που προκύπτουν από τη δράση αυτών των κεφαλαίων.

Στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής αναταραχής και της οικονομικής ύφεσης που εντάθηκε μετά το Σεπτέμβριο του 2008 και στις αρχές του 2009 σαν επακόλουθο της κατάρρευσης της ενυπόθηκης στεγαστικής αγοράς (subprime mortgage market) των ΗΠΑ, πολλά hedge funds, και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, κατέρρευσαν ή άλλα βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση λόγω της έλλειψης ρευστότητας. Προκειμένου να αποκτήσουν ρευστότητα άρχισαν να πωλούν μαζικά μετοχές των χαρτοφυλακίων τους με αποτέλεσμα να συμβάλλουν στην κατάρρευση των τιμών των μετοχών.



Προσθήκη νέας απάντησης