Τι είναι European Court of Human Rights;


Κατηγορίες: 

Απαντήσεις



Είναι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Ιδρύθηκε το 1959, εδρεύει στο Στρασβούργο της Γαλλίας και δεν έχει καμία σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αποτελεί θεσμό του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλέπε όρο «Council of Europe»).

● Έχει αρμοδιότητα να εκδικάζει προσφυγές κατά των κρατών μελών που έχουν υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950 (European Convention on Human Rights) και τα οποία παραβιάζουν τα εξής ανθρώπινα δικαιώματα: δικαίωμα στη ζωή, απαγόρευση των βασανιστηρίων, απαγόρευση της δουλείας και της αναγκαστικής εργασίας, δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία και ασφάλεια, δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, μη επιβολή ποινής άνευ νόμου, δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας, ελευθερία της έκφρασης, ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, δικαίωμα σύναψης γάμου, δικαίωμα για ένα αποτελεσματικό ένδικο μέσο, απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης, προστασία της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην εκπαίδευση, δικαίωμα για ελεύθερες εκλογές, απαγόρευση της φυλάκισης για χρέη, ελευθερία κυκλοφορίας, απαγόρευση απέλασης υπηκόων, απαγόρευση ομαδικών απελάσεων αλλοδαπών, διαδικαστικές εγγυήσεις σε περιπτώσεις απέλασης αλλοδαπών, κατάργηση της θανατικής ποινής, δικαίωμα για διπλό βαθμό δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις, δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση δικαστικής πλάνης, δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα, ισότητα μεταξύ συζύγων.

● Στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου μπορεί να προσφύγει οποιοδήποτε θύμα παραβίασης των ανωτέρω ανθρωπίνων δικαιωμάτων έστω και αν δεν είναι πολίτης του κράτους παραβάτη αρκεί η παράβαση να έχει διαπραχτεί εντός των ορίων της επικράτειας αυτού. Ο προσφεύγων μπορεί να είναι ιδιώτης ή ομάδα ιδιωτών ή νομικό πρόσωπο όπως εταιρία ή μη κυβερνητική οργάνωση ή άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Η προσφυγή απευθύνεται κατά κράτους ή κρατών που έχουν υπογράψει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950 (47 κράτη το 2008) και αναφέρεται σε δράση ή παράλειψη των κρατών αυτών. Το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο για την εκδίκαση προσφυγών εναντίον ιδιωτών ή ιδιωτικών ιδρυμάτων ή οργανισμών ή εμπορικών εταιριών.

● Το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να ανατρέψει απόφαση εθνικού δικαστηρίου ή να ακυρώσει εθνικό νόμο ούτε ενεργεί σαν εφετείο έναντι των εθνικών δικαστηρίων. Μπορεί να επιδικάσει μόνο αποζημίωση σε περίπτωση ζημίας και να καταδικάσει το κράτος παραβάτη να καταβάλει τις δικαστικές δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε το δικαιωθέν θύμα. Το Δικαστήριο έχει επίσης αρμοδιότητα, μετά από αίτηση της Επιτροπής Υπουργών, να εκδίδει γνωμοδοτήσεις για νομικά ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία της Σύμβασης και των Πρωτοκόλλων της.

● Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαρτίζεται από αριθμό δικαστών ίσο προς εκείνο των Συμβαλλομένων Κρατών. Δεν υπάρχει κανένας περιορισμός όσον αφορά τον αριθμό δικαστών με την ίδια υπηκοότητα. Οι δικαστές εκλέγονται κάθε φορά για 6 χρόνια, από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης (Parliamentary Assembly of the Council of Europe). Οι δικαστές μετέχουν στο Δικαστήριο με την ατομική τους ιδιότητα και δεν εκπροσωπούν κανένα Κράτος. Η θητεία τους λήγει με τη συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας τους.

● Η Ολομέλεια του Δικαστηρίου (The Plenary Court) εκλέγει τον πρόεδρο, τους 2 αντιπροέδρους που προεδρεύουν 2 Τμημάτων και 3 άλλους προέδρους των υπολοίπων 3 Τμημάτων τον προϊστάμενο του Μητρώου (Registrar) και τον αναπληρωτή του (Deputy Registrar). Η ολομέλεια, επίσης, υιοθετεί και τροποποιεί τους Κανονισμούς του Δικαστηρίου και καθορίζει τη σύνθεση των Τμημάτων. Το Δικαστήριο διαιρείται σε 5 Τμήματα (5 Sections), των οποίων η σύνθεση, η οποία ορίζεται για τρία χρόνια, πρέπει να είναι ισορροπημένη τόσο από γεωγραφική άποψη όσο κι από άποψη αντιπροσώπευσης των φύλων και να λαμβάνει υπόψη τα διαφορετικά δικαστικά συστήματα που ισχύουν στα Συμβαλλόμενα Κράτη. Στα πλαίσια του κάθε Τμήματος συστήνονται α) Επιτροπές τριών δικαστών (Committees of three judges) για μια περίοδο 12 μηνών που πραγματοποιούν ένα μεγάλο μέρος του προκαταρκτικού ελέγχου και β) επταμελείς συνθέσεις (Chambers) σύμφωνα με ένα σύστημα εκ περιτροπής, στο οποίο μετέχουν υποχρεωτικά ο πρόεδρος Τμήματος και ο εκλεγμένος εθνικός δικαστής. Όταν ο εκλεγμένος εθνικός δικαστής δεν είναι μέλος του Τμήματος, μετέχει αυτοδικαίως της συνθέσεως. Τα μέλη του Τμήματος που δεν είναι μέλη της επταμελούς συνθέσεως μετέχουν ως αντικαταστάτες. Το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης (Grand Chamber) αποτελείται από 17 δικαστές. Σε αυτό το τμήμα συμμετέχουν αυτοδικαίως ο πρόεδρος και οι αντιπρόεδροι του Δικαστηρίου, καθώς και οι πρόεδροι των Τμημάτων.

● Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διεξάγεται κατ’ αντιμωλία και δημόσια.

▪ Κάθε ατομική προσφυγή παραπέμπεται σε ένα Τμήμα του οποίου ο πρόεδρος επιλέγει έναν εισηγητή. Μετά από μια προκαταρκτική εξέταση της υπόθεσης, ο εισηγητής αποφασίζει αν αυτή πρέπει να εξεταστεί από μια τριμελή επιτροπή ή από ένα Τμήμα. Η τριμελής επιτροπή μπορεί ομόφωνα να κρίνει μια προσφυγή απαράδεκτη (inadmissible) ή να τη διαγράψει από το πινάκιο του Δικαστηρίου όταν θεωρήσει ότι μια τέτοια απόφαση μπορεί να ληφθεί χωρίς περαιτέρω εξέταση.

▪ Εκτός από τις υποθέσεις που τους υποβάλλονται απευθείας από τους εισηγητές, τα Τμήματα επιλαμβάνονται ατομικών προσφυγών που δεν έχουν κριθεί απαράδεκτες από μια τριμελή επιτροπή, καθώς και διακρατικών προσφυγών. Αποφαίνονται επί του παραδεκτού και επί της ουσίας της προσφυγής, εν γένει με ξεχωριστές αποφάσεις αλλά ενδεχομένως και με μια και μόνο απόφαση. Τα Τμήματα μπορούν ανά πάσα στιγμή να παραιτηθούν υπέρ του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, εάν η υπόθεση θέτει σοβαρό ζήτημα ως προς την ερμηνεία της Σύμβασης ή όταν η επίλυση ενός ζητήματος μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου, εκτός κι αν ένα από τα μέρη προβάλει αντιρρήσεις μέσα σε μια προθεσμία ενός μηνός από την κοινοποίηση της πρόθεσης του Τμήματος να παραιτηθεί υπέρ του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης.

▪ Το πρώτο στάδιο της διαδικασίας διεξάγεται κατά κανόνα εγγράφως, αλλά το Τμήμα μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή ακροαματικής διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, η διαδικασία περιλαμβάνει και την ουσία της υπόθεσης. Οι αποφάσεις του Τμήματος επί του παραδεκτού λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, πρέπει να είναι αιτιολογημένες και δημοσιεύονται. Όταν το Τμήμα αποφασίσει να κηρύξει παραδεκτή την προσφυγή, μπορεί να καλέσει τα μέρη να υποβάλλουν νέα αποδεικτικά στοιχεία και συμπληρωματικές παρατηρήσεις καθώς επίσης, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, ενδεχόμενες απαιτήσεις για «δίκαιη ικανοποίηση». Μπορεί επίσης να καλέσει τα μέρη να παραστούν σε μία ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας της υπόθεσης. Ο πρόεδρος του Τμήματος μπορεί, χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να προκαλέσει ή να επιτρέψει σε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος το οποίο δεν εμπλέκεται στη διαδικασία, ή σε κάθε πρόσωπο, εκτός από τον προσφεύγοντα, που έχει συμφέρον ως προς την έκβαση της διαδικασίας, να υποβάλει γραπτώς παρατηρήσεις ή, σε ορισμένες έκτακτες περιπτώσεις, να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία. Το Συμβαλλόμενο Κράτος του οποίου ο προσφεύγων είναι υπήκοος μπορεί να επέμβει αυτοδίκαια.

▪ Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επί της ουσίας, μπορούν να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με σκοπό τη σύναψη ενός φιλικού διακανονισμού (friendly settlement), μέσω του γραμματέα του Δικαστηρίου.

▪ Μέσα σε μια τρίμηνη προθεσμία από την έκδοση απόφασης του Τμήματος, κάθε μέρος μπορεί να ζητήσει την παραπομπή της υπόθεσης στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης εάν αυτή θέτει ένα σοβαρό ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων, ή ένα σοβαρό ζήτημα γενικής φύσης. Αυτές οι αιτιάσεις εξετάζονται από ένα πενταμελές Συμβούλιο δικαστών του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης, το οποίο απαρτίζεται από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, τους προέδρους των Τμήματων (εκτός από τον πρόεδρο του Τμήματος από το οποίο προέρχεται η επταμελής σύνθεση που εξέδωσε την απόφαση) και από έναν ακόμα δικαστή, επιλεγμένου, βάσει ενός συστήματος εκ περιτροπής, από τους δικαστές που δεν είχαν συμμετάσχει στην αρχική επταμελή σύνθεση.

▪ Η απόφαση του Τμήματος καθίσταται οριστική μετά την πάροδο τριμήνου ή ακόμη και νωρίτερα εφόσον τα μέρη δηλώσουν ότι δεν προτίθενται να ζητήσουν την παραπομπή στο Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης ή όταν το πενταμελές Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα παραπομπής. ▪ Αν η πενταμελής επιτροπή δεχθεί το αίτημα, το Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης αποφαίνεται επί της υπόθεσης με πλειοψηφία, με απόφαση που είναι οριστική.

▪ Οι οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι υποχρεωτικές για τα Κράτη στα οποία είναι διάδικοι.

▪ Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης εποπτεύει την εκτέλεση των αποφάσεων. Είναι επίσης επιφορτισμένη με το να διαπιστώνει αν τα Κράτη τα οποία κρίθηκαν ότι παραβίασαν τη Σύμβαση έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθούν με τις γενικές ή ειδικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου.

Προσθήκη νέας απάντησης