Τι είναι Deposit;


Στον οικονομικό τομέα, τι σημαίνει ο όρος Deposit;

Απαντήσεις





Deposit σημαίνει κατάθεση. Οι τραπεζικές καταθέσεις διακρίνονται σε:

· blocking or frozen deposit: δεσμευμένη κατάθεση. Το ποσό της κατάθεσης δεσμεύεται 1) με τη βούληση του ίδιου του καταθέτη (κάλυμμα εγγυητικής επιστολής, αναπαλλοτρίωτη κατάθεση) 2) κατόπιν έκδοσης δικαστικής απόφασης (π.χ προϊόν εγκληματικής πράξης, κατάσχεση για χρέη) 3) με βάση διάταξη νόμου (εισοδήματα από μισθώματα, μετοχές κλπ μη μόνιμου κατοίκου Ελλάδος) οπότε το ποσό αποδεσμεύεται μόνο μετά από έγκριση της κεντρικής τράπεζας. Μετά την πλήρη απελευθέρωση των κεφαλαίων η υπ’ αριθ. 3 περίπτωση έπαψε να υπάρχει

· certificate of deposit: πιστοποιητικό καταθέσεων. Είναι προθεσμιακή κατάθεση που ο τόκος της αποδίδεται μόνο στη λήξη της κατάθεσης. Πιστοποιείται από ένα ανώνυμο τίτλο στον κομιστή ελεύθερα διαπραγματεύσιμο δηλαδή ο κάτοχος μπορεί να τον μεταβιβάσει ή να τον προεξοφλήσει με ή χωρίς οπισθογράφηση. Στη λήξη της κατάθεσης, η εκδότρια τράπεζα είναι υποχρεωμένη να τον εξοφλήσει ανεξάρτητα ποιος είναι ο κομιστής. Για τα είδη των πιστοποιητικών καταθέσεων στην παγκόσμια τραπεζική πρακτική βλέπε τον αυτοτελή όρο «Certificate of Deposit (CD)»

· collateralised deposit: κατάθεση κατοχυρωμένη με ασφάλεια (collateral) δηλαδή με χρεόγραφο ώστε σε περίπτωση που δεν επιστραφεί κατά τη λήξη το ποσό της κατάθεσης συν τους τόκους να εκποιηθεί το χρεόγραφο και να καλύψει τη ζημία. Συνήθως, γίνεται όταν ο αντισυμβαλλόμενος δεν έχει καλή πιστοληπτική διαβάθμιση (credit rating) προκειμένου να περιορισθεί ο πιστωτικός κίνδυνος

· current account deposit: κατάθεση σε τρεχούμενο λογαριασμό. Είναι έντοκη κατάθεση σε πρώτη ζήτηση και φέρει ορισμένα χαρακτηριστικά των καταθέσεων όψεως και ταμιευτηρίου. Μόνο φυσικά πρόσωπα και όχι έμποροι μπορούν να ανοίξουν ένα τέτοιο λογαριασμό. Χορηγείται βιβλιάριο καταθέσεων και συνήθως βιβλιάριο επιταγών και κινείται με κατάθεση μετρητών ή με πίστωση του ποσού επιταγών και με ανάληψη συνήθως μέσω επιταγών ή εντολών. Παρέχεται η δυνατότητα υπεραναλήψεων μέχρι ορισμένου ποσού (overdraft). Στην Ελλάδα, ο καταθέτης δικαιούται να τηρεί σε κάθε πιστωτικό ίδρυμα ένα μόνο τρεχούμενο λογαριασμό και ένα κοινό τρεχούμενο (join current account)

· deposit redeemable at notice: κατάθεση υπό προειδοποίηση. Για την ανάληψη των χρημάτων, ο καταθέτης πρέπει να ειδοποιήσει την τράπεζα πριν από το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα και να αναφέρει και το ποσό που προτίθεται να αναλάβει. Οι πιο συνήθεις καταθέσεις αυτού του είδους είναι οι καταθέσεις υπό προειδοποίηση 3 μηνών. Στην περίπτωση αυτή, ο καταθέτης πρέπει να ειδοποιήσει την τράπεζα 3 μήνες πριν από την ανάληψη ότι προτίθεται να αποσύρει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Εάν θελήσει να προβεί σε ανάληψη χωρίς να τηρήσει το διάστημα προειδοποίησης, θα επιβαρυνθεί με επιτόκιο ποινής. Όλες οι καταθέσεις υπό προειδοποίηση είναι έντοκες. Στην Ελλάδα, δικαιούχοι τέτοιων καταθέσεων μπορεί να είναι φυσικά πρόσωπα, ΝΠΙΔ και ΝΠΔΔ πλην των Δημοσίων Οργανισμών και των Ασφαλιστικών Ταμείων

· derivative deposit: παράγωγη κατάθεση. Δημιουργείται από παροχή δανείου τράπεζας σε πελάτη της

· dormant deposit account: αδρανής καταθετικός λογαριασμός. Είναι ο λογαριασμός που δεν έχει κινηθεί για διάστημα 12 συνεχόμενων μηνών με ανάληψη στο ταμείο ή σε ATM, με κατάθεση, με εξόφληση επιταγών, με εντολές πληρωμής, με πάγιες εντολές ή μέσω οποιασδήποτε συναλλαγής. Εξαιρούνται οι εσωτερικές τραπεζικές λογιστικές εγγραφές όπως πληρωμή τόκων, προμηθειών, παρακράτηση φόρου. Αδρανής δεν είναι ένας λογαριασμός προθεσμίας ή ο συνδεδεμένος με προθεσμιακή κατάθεση ή αυτός που ανοίχτηκε αποκλειστικά για την παροχή εγγύησης. Η τράπεζα έχει το δικαίωμα να δεσμεύσει τις χρεώσεις και πιστώσεις όποιου λογαριασμού χαρακτηρισθεί αδρανής

· foreign exchange deposit: κατάθεση σε συνάλλαγμα, όταν το νόμισμα του χρηματικού ποσού δεν είναι το εθνικό νόμισμα ή το νόμισμα μιας νομισματικής ένωσης όπως π.χ το ευρώ για τη ζώνη του ευρώ

· interbank deposit: διατραπεζική κατάθεση. Είναι η κατάθεση μεταξύ τραπεζών ή μεταξύ αυτών και της κεντρικής τράπεζας. Με τον τρόπο αυτό, η τράπεζα που καταθέτει απαλλάσσεται από το βάρος της άτοκης πλεονάζουσας ρευστότητας ενώ η τράπεζα που δανείζεται καλύπτει τις ανάγκες της. Συνήθως, οι καταθέσεις αυτού του είδους είναι βραχυπρόθεσμες δηλαδή αρχίζουν από τη μία ημέρα (overnight deposit) και φθάνουν τον ένα χρόνο. Διαφορετική είναι η λειτουργία των καταθέσεων και του δανεισμού στην και από την κεντρική τράπεζα η οποία επιδιώκει μέσω των επιτοκίων αυτών να εφαρμόσει την επιδιωκόμενη νομισματική πολιτική.

· join account deposit: κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Είναι η χρηματική κατάθεση που τηρείται στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων από κοινού με τον όρο ότι κάθε δικαιούχος μπορεί να προβεί σε ανάληψη με ή χωρίς τη σύμπραξη των άλλων συγκαταθετών. Συνήθως τίθεται η ρήτρα ότι μετά το θάνατο ενός εξ αυτών, ο κοινός λογαριασμός και το κατατεθειμένο ποσό περιέρχεται αυτοδικαίως στους επιζώντες συνδικαιούχους του λογαριασμού οπότε δεν οφείλεται φόρος κληρονομιάς. Ο κοινός λογαριασμός μπορεί να είναι υπό τη μορφή καταθέσεων όψεως, τρεχούμενου, ταμιευτηρίου και προθεσμίας

· joint owner undivided deposit: κατάθεση σε αδιαίρετο λογαριασμό. Σε αντίθεση με τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό, οι αναλήψεις ή οποιεσδήποτε χρεώσεις επιτρέπονται μόνο με τη σύμπραξη όλων των συνδικαιούχων. Σε περίπτωση που ένας εξ αυτών ενεργεί με εξουσιοδότηση των υπολοίπων πρέπει να αποδεικνύει ότι οι τελευταίου ευρίσκονται εν ζωή. Η τράπεζα οφείλει να παρέχει, μέσα σε ένα μήνα από το άνοιγμα ενός τέτοιου λογαριασμού, στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (ΔΟΥ) τα στοιχεία των δικαιούχων, σε περίπτωση δε θανάτου ενός εκ των καταθετών οι λοιποί συνδικαιούχοι πρέπει, εντός 15 ημερών, να
καταθέσουν δήλωση στη ΔΟΥ με πίνακα των ποσών και αξιών του λογαριασμού προκειμένου να τους επιβληθεί φόρος κληρονομιών

· overdraft account deposit: κατάθεση που συνοδεύεται με την παροχή πιστωτικού ορίου, δηλαδή με ποσό πέραν των κατατεθειμένων χρημάτων μέχρι το οποίο ο καταθέτης μπορεί να αντλήσει κεφάλαια σαν δάνειο (overdraft) για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η ανάληψη πραγματοποιείται με μπλοκ επιταγών ή με τη χρήση πιστωτικής κάρτας ενώ το επιτόκιο που επιβαρύνει την υπερανάληψη είναι υψηλό

· overnight deposit: κατάθεση μίας ημέρας. Πραγματοποιείται συνήθως από πιστωτικά ιδρύματα στην κεντρική τράπεζα και φέρει μικρό επιτόκιο
savings deposit: κατάθεση ταμιευτηρίου. Αποδίδεται και αυτή σε πρώτη ζήτηση και φέρει επιτόκιο κάτω ή ελαφρά ανώτερο από τον πληθωρισμό. Δικαιούχος του λογαριασμού είναι φυσικό πρόσωπο ή ΝΠΙΔ μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Χορηγείται στον καταθέτη βιβλιάριο ταμιευτηρίου ενώ απαγορεύεται η ανάληψη ποσού με επιταγή. Παρέχεται στον δικαιούχο η δυνατότητα πάγιων εντολών δηλαδή η εξουσιοδότηση πληρωμής μέσω της κατάθεσης ταμιευτηρίου λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος, τηλεφώνου, νερού, ενοικίων και άλλων πάγιων και περιοδικών οφειλών

· sight deposit = κατάθεση όψεως. Είναι κατάθεση αποδοτέα άμεσα ή όπως αποκαλείται στην τραπεζική σε πρώτη ζήτηση (βλέπε ανωτέρω Demand deposit). Χορηγείται βιβλιάριο καταθέσεων και ο λογαριασμός όψεως κινείται με κατάθεση νέου ποσού ή με ανάληψη που πραγματοποιείται συνήθως μέσω τραπεζικής επιταγής από βιβλιάριο επιταγών που χορηγεί η τράπεζα στον πελάτη. Καταθέσεις όψεως διατηρούν κατά κανόνα οι εμπορικές επιχειρήσεις αλλά και ιδιώτες για εμπορικούς σκοπούς. Διακρίνονται σε άτοκες και σε έντοκες που φέρουν πολύ μικρό επιτόκιο. Συνήθως, παρέχεται η δυνατότητα υπεραναλήψεων μέχρι ορισμένου ποσού (overdraft)

· time deposit = προθεσμιακή κατάθεση. Πρόκειται για έντοκες καταθέσεις με προκαθορισμένη λήξη (deposits with an agreed maturity) συνήθως 1, 3, 6, 12 μηνών και 1, 2, 3, 4 και 5 ετών μη αποκλειομένων των ενδιάμεσων διαστημάτων. Σε περίπτωση ανάληψης του χρηματικού ποσού πριν από τη λήξη της κατάθεσης (early withdrawal), ο πελάτης επιβαρύνεται με επιτόκιο ποινής. Στις προθεσμιακές καταθέσεις το πιστωτικό ίδρυμα δεν παραδίδει βιβλιάριο καταθέσεων αλλά ομολογία κατάθεσης, δηλαδή αποδεικτικό έγγραφο

· conditional deposit: υπό όρο κατάθεση. Πρόκειται για κατάθεση όψεως, τρεχούμενου, ταμιευτηρίου, υπό προειδοποίηση και προθεσμίας στην οποία τίθεται με βάση έγγραφη εντολή ειδικός όρος όπως κατάθεση αποδοτέα μετά την ενηλικίωση του δικαιούχου, μετά τη συμπλήρωση ορισμένου έτους της ηλικίας, μετά την τέλεση γάμου, με τη συγκατάθεση του καταθέτη, κατά το ποσό μόνο των τόκων για ανήλικο, ή αποδοτέα μετά το θάνατο του καταθέτη. Στις περιπτώσεις αυτές, ο λογαριασμός ανοίγεται από τρίτο πρόσωπο υπέρ του δικαιούχου, η ανάληψη όμως ποσών τελεί υπό τον όρο ή όρους που τίθενται εγγράφως.



Προσθήκη νέας απάντησης