Τι είναι Credit Risk Transfer (CRT);


Στον οικονομικό τομέα, τι σημαίνει ο όρος Credit Risk Transfer (CRT);

Απαντήσεις





Credit Risk Transfer σημαίνει μεταφορά πιστωτικού κινδύνου. Η μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου από τον εκδότη χρεογράφων στους επενδυτές πραγματοποιείται μέσω απλών, σύνθετων και παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων (CRT instruments) τα οποία με τη σειρά τους μπορεί να διαπραγματεύονται στην αγορά. Παραδοσιακά μέσα CRT υπήρξαν οι χρηματοπιστωτικές εγγυήσεις (financial guarantees), οι πιστωτικές επιστολές (letters of credit) και τα προϊόντα ασφάλισης του πιστωτικού κινδύνου (credit insurance products όπως π.χ τα ομόλογα ασφάλειας (surety bonds) και η ασφάλιση πιστωτικού κινδύνου (credit insurance). Στη συνέχεια αναπτύχτηκαν νέα και σύνθετα μέσα, προπαντός παράγωγα πιστωτικά προϊόντα (credit derivatives) όπως π.χ οι συμβάσεις μετάθεσης του κινδύνου από αθέτηση υποχρεώσεως του εκδότη του οποίου μειώθηκε η πιστοληπτική του διαβάθμιση (credit default swaps), οι συμβάσεις ανταλλαγής συνολικής απόδοσης (total return swaps) και τα ομόλογα εγγυημένου χρέους μαζί με τα διάφορα είδη τους (collateralised debt obligations and their variants), τα οποία επιτρέπουν τη μη χρηματοδοτούμενη μεταφορά του πιστωτικού κινδύνου σε μεγάλα ποσά και σε μεγάλη έκταση. Ειδικότερα, για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου χρησιμοποιούνται συχνά τα χρεόγραφα που συνδέονται με πιστωτικό γεγονός (credit-linked notes) και από τα πιστωτικά παράγωγα τα swaps που συνδέονται με υποκείμενο μέσο μία ενότητα όπως π.χ με ένα καλάθι από εταιρικά ομόλογα (basket default swaps), τα εγγυημένα χρεωστικά ομόλογα (collateralised debt obligations, CDOs) και οι σύνθετες μορφές αυτών. Υπήρχε η αντίληψη ότι τα μέσα CRT διευκολύνουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να διαφοροποιούν τους κινδύνους με αποτελεσματικό τρόπο. Για το λόγο αυτό, η αγορά αυτή (CRT market) εξαπλώθηκε ταχύτατα και ήταν από τις κύριες αιτίες που οδήγησε στην πιστωτική κρίση του 2007-2008 που προέκυψε από την κατάρρευση της ενυπόθηκης στεγαστικής αγοράς υψηλού κινδύνου των ΗΠΑ (sub-prime mortgage market). Η ανωτέρω άποψη ήταν εν μέρει ορθή διότι είχε βασισθεί σε ένα σύστημα διαχείρισης κινδύνων που είχε αναπτυχθεί κάτω από συνθήκες χαμηλών επιτοκίων. Από τη στιγμή που αυξήθηκαν τα επιτόκια αποκαλύφθηκαν οι αδυναμίες του συστήματος. Οι τράπεζες που χρησιμοποιούν τα ανωτέρω μέσα κύρια συνεργάζονται με άλλες ενδιάμεσες τράπεζες και επενδυτικά οχήματα (SIVs και Conduits), που είναι θυγατρικές τραπεζών, με κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνων (hedge funds) και με εταιρίες ασφάλισης του πιστωτικού κινδύνου. Η διαχείριση κινδύνου βασίζεται σε εσωτερική και εξωτερική πιστοληπτική διαβάθμιση (credit rating), στην πιθανότητα αδυναμίας πληρωμής (probability of default) και στα μοντέλα διαχείρισης κινδύνων χαρτοφυλακίων. Περισσότερα περίπλοκα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου χρησιμοποιούν οι εμπλεκόμενες ενδιάμεσες τράπεζες και τα επενδυτικά οχήματα. Εν τούτοις, τα συστήματα αυτά απέτυχαν να αποτρέψουν την κατάρρευση της sub-prime mortgage market. Κύρια μειονεκτήματα των μέσων στα οποία μεταφέρεται ο πιστωτικός κίνδυνος ήταν η έλλειψη διαφάνειας, η αβεβαιότητα τιμολόγησης και η έλλειψη επαρκούς ρευστότητας στις δευτερογενείς αγορές όπου ετύγχανον διαπραγμάτευσης.



Προσθήκη νέας απάντησης