Άβολος ή άβουλος;


Ποια η σημασία των λέξεων αυτών;

Απαντήσεις





Άβολο είναι κάτι που δε βολεύει (α στερητικό + βολή = άνεση, ευκολία): Άβολο κάθισμα. Άβουλος είναι κάποιος που δεν έχει βούληση, αποφασιστικότητα (α στερητικό + βουλή = θέληση, απόφαση): Άνθρωπος της θεωρίας, άβουλος και παθητικός.



Προσθήκη νέας απάντησης