Υποβλήθηκε από Ανώνυμος στις Τρί, 01/03/2011 - 11:31.
conditio sine qua non ή sine qua non:
εκ των ων ουκ άνευ· για να δηλωθεί απαραίτητος, απαράβατος όρος: η υγεία είναι όρος sine qua non για την ευτυχία κάποιου - η κρατική χρηματοδότηση είναι όρος sine qua non για την επιβίωση των δημοτικών θεάτρων - ο σεβασμός προς τον θεσμό της δικαιοσύνης είναι sine qua non (Ελευθεροτυπία).
1. Εκ των ων ουκ άνευ
Συνώνυμα:
επιβεβλημένος, αναγκαιότατος, απαραίτητος, στοιχειώδης, αναντικατάστατος, δυσαναπλήρωτος
Πηγή:
Αντιλεξικόν ή Ονομαστικόν της Νεοελληνικής Γλώσσης
Θεολ. Βοσταντζόγλου, 1990
2. conditio sine qua non
3. conditio sine qua non ή sine
conditio sine qua non ή sine qua non:
εκ των ων ουκ άνευ· για να δηλωθεί απαραίτητος, απαράβατος όρος: η υγεία είναι όρος sine qua non για την ευτυχία κάποιου - η κρατική χρηματοδότηση είναι όρος sine qua non για την επιβίωση των δημοτικών θεάτρων - ο σεβασμός προς τον θεσμό της δικαιοσύνης είναι sine qua non (Ελευθεροτυπία).
πηγη: Μειζον Ελληνικο Λεξικο
Προσθήκη νέας απάντησης