Τι είναι Court of Justice of the European Communities;

Κατηγορίες: 

Απαντήσεις



Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) με έδρα τη λεωφόρο Κόνραντ Αντενάουερ στο Λουξεμβούργο. Αποτελείται από τρία δικαστήρια:

The Court of Justice = το Δικαστήριο. Ιδρύθηκε το 1952 και αποτελείται από ένα δικαστή από κάθε κράτος μέλος και 8 γενικούς εισαγγελείς με εξαετή θητεία η οποία μπορεί να ανανεωθεί. Μετά τη διεύρυνση και για λόγους αποτελεσματικότητας, το δικαστήριο συνεδριάζει, εκτός της ολομέλειας, και σε τμήμα μείζονος σύνθεσης 13 δικαστών ή σε τμήματα 5 ή 3 δικαστών. Δεν υφίσταται δικαίωμα έφεσης κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου.

Εκδικάζει:
α) Actions for failure to fulfil obligations = προσφυγές για αθέτηση υποχρέωσης. Ασκούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή από κράτος μέλος εναντίον άλλου κράτους μέλους που έχει παραβιάσει την κοινοτική νομοθεσία.

β) Actions for annulment = προσφυγές ακύρωσης Οδηγίας, Κανονισμού ή Απόφασης των οργάνων της Ε.Ε και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατατίθενται από κράτος μέλος και ζητείται η ακύρωση αυτών εφόσον δεν τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία ψήφισής των. Με την προσφυγή αυτή, ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση μιας πράξης ενός οργάνου (κανονισμού, οδηγίας, απόφασης). Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει τις προσφυγές ακύρωσης που ασκούνται από κράτος μέλος κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και/ή του Συμβουλίου (εκτός των προσφυγών που αφορούν πράξεις του Συμβουλίου σε θέματα κρατικών ενισχύσεων ή ντάμπινγκ ή ληφθείσες στο πλαίσιο των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων του) ή από ένα κοινοτικό όργανο κατ' άλλου. Όλες οι λοιπές προσφυγές αυτού του είδους, ιδίως δε οι προσφυγές που ασκούνται από ιδιώτες, εκδικάζονται σε πρώτο βαθμό από το Πρωτοδικείο.

γ) Actions for failure to act = προσφυγές κατά παραλείψεων του Συμβουλίου των Υπουργών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Ασκούνται από κράτος μέλος, ιδιώτες, εταιρίες ή από όργανα της Ε.Ε. και το υποβαλλόμενο αίτημα αφορά την επίσημη διαπίστωση της παράλειψης. Οι προσφυγές αυτές παρέχουν τη δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας της αδράνειας των κοινοτικών οργάνων. Ωστόσο, μπορεί να ασκηθούν μόνον αφού το όργανο έχει κληθεί να ενεργήσει. Αν διαπιστωθεί ότι η παράλειψη είναι παράνομη, το ενδιαφερόμενο όργανο οφείλει να θέσει τέρμα στην παράλειψη λαμβάνοντας τα ενδεικνυόμενα μέτρα. Η αρμοδιότητα εκδίκασης των προσφυγών για παράλειψη έχει κατανεμηθεί μεταξύ του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια που ισχύουν και για την προσφυγή ακύρωσης.

δ) References for preliminary rulings = προδικαστικές αποφάσεις. Eκδίδονται μετά από αιτήματα εθνικών δικαστηρίων και αφορούν την ερμηνεία και ισχύ του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο απαντά εκδίδοντας όχι απλή γνωμοδότηση αλλά απόφαση ή αιτιολογημένη διάταξη. Το ενδιαφερόμενο εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από τη δοθείσα ερμηνεία όταν κρίνει την υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιόν του. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεσμεύει κατά τον ίδιο τρόπο και τα άλλα εθνικά δικαστήρια στα οποία υποβάλλεται παρόμοιο ζήτημα.

ε) Appeals = αναιρέσεις ή εφέσεις. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάζει αιτήσεις αναίρεσης, περιοριζόμενες μόνο σε νομικά ζητήματα, κατά των αποφάσεων και διατάξεων που εκδίδει το Πρωτοδικείο. Αν η αίτηση αναίρεσης κριθεί παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο αναιρεί την απόφαση ή διάταξη του Πρωτοδικείου. Στην περίπτωση που η υπόθεση είναι ώριμη προς εκδίκαση, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί το ίδιο επί της διαφοράς. Στην αντίθετη περίπτωση, οφείλει να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο δεσμεύεται από την κατ' αναίρεση εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου επί αναιρέσεων που ασκούνται κατά των αποφάσεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν κατ’ εξαίρεση να επανεξεταστούν από το Δικαστήριο (Review).

The Court of First Instance = το Πρωτοδικείο. Iδρύθηκε το 1988 με σκοπό να βελτιωθεί η δικαστική προστασία των ατομικών συμφερόντων και να δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο (Court of Justice) να επικεντρωθεί κύρια στο θεμελιώδες καθήκον του της ενιαίας ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου. Αποτελείται από ένα δικαστή από κάθε κράτος μέλος με εξαετή ανανεώσιμη θητεία. Συνεδριάζει σε συνθέσεις τριών ή πέντε δικαστών ή ακόμα και με ένα δικαστή ενώ σε υποθέσεις μείζονος σημασίας συνέρχεται η ολομέλεια των δικαστών. Εκδικάζει υποθέσεις που δεν υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου (Court of Justice) και ιδιαίτερα ορισμένα είδη υποθέσεων όπως προσφυγές που ασκούνται από ιδιώτες, εταιρίες και ορισμένους οργανισμούς.

Αναλυτικότερα εκδικάζει:

α) Direct actions brought by natural or legal persons against acts of Community institutions = τις ευθείες προσφυγές που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (οι οποίες είτε απευθύνονται σ’ αυτά είτε τα αφορούν άμεσα και ατομικά) ή για παράλειψη των οργάνων αυτών να ενεργήσουν π.χ. τις προσφυγές που ασκούν οι επιχειρήσεις κατά μιας απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με την οποία τους επιβλήθηκε πρόστιμο.

β) Actions brought by the Member States against the European Commission = τις προσφυγές των κρατών μελών κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

γ) τις προσφυγές των κρατών μελών κατά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδονται σχετικά με κρατικές ενισχύσεις ή μέτρα εμπορικής άμυνας («ντάμπινγκ») και τις πράξεις με τις οποίες το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ασκεί εκτελεστικές αρμοδιότητες.

δ) Actions seeking compensation for damage = τις αγωγές για αποκατάσταση των ζημιών που προξενούνται από τα κοινοτικά όργανα ή τους υπαλλήλους τους.

ε) Actions based on contracts made by the Communities which expressly give jurisdiction to the Court of First Instance = αγωγές στηριζόμενες σε συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τις Κοινότητες και οι οποίες προβλέπουν ρητώς την αρμοδιότητα του Πρωτοδικείου.

ζ) Αctions relating to Community trade marks = τις προσφυγές σε θέματα κοινοτικού σήματος.

η) Appeals, limited to points of law, against the decisions of the Civil Service Tribunal. = τις αιτήσεις αναιρέσεως, περιοριζόμενες σε νομικά ζητήματα, κατά των αποφάσεων του ∆ικαστηρίου ∆ημόσιας ∆ιοίκησης.

The European Union Civil Service Tribunal = το Δικαστήριο της Δημόσιας Διοίκησης (ΔΔΔ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ιδρύθηκε το 2004 σαν τμήμα του Πρωτοδικείου και αποτελείται από επτά δικαστές. Αποφαίνεται σε διενέξεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της δημόσιας διοίκησης αυτής. Οι αποφάσεις του υπόκεινται σε έφεση ενώπιον του Πρωτοδικείου (Court of First Instance) αλλά μόνο για νομικά και όχι για πραγματικά ζητήματα, εξαιρετικά δε και ενώπιον του Δικαστηρίου (Court of Justice). Πιο αναλυτικά:

Το ΔΔΔ είναι, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαιοδοτικού θεσμικού οργάνου, το ειδικό δικαστήριο στον τομέα των υπαλληλικών διαφορών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προηγούμενα, την αρμοδιότητα αυτή ασκούσε το Δικαστήριο και στη συνέχεια, μετά την ίδρυσή του το 1989, το Πρωτοδικείο.

Eίναι αρμόδιο να εκδικάζει σε πρώτο βαθμό τις διαφορές μεταξύ των Κοινοτήτων και των υπαλλήλων τους, αρμοδιότητα που αντιπροσωπεύει, κατά συνέπεια, περίπου 150 υποθέσεις ετησίως για προσωπικό των κοινοτικών οργάνων που πλησιάζει τα 35.000 άτομα. Οι διαφορές αυτές αφορούν όχι μόνο ζητήματα σχετικά με τις σχέσεις εργασίας αυτές καθαυτές (αμοιβές, εξέλιξη της σταδιοδρομίας, πρόσληψη, πειθαρχικά μέτρα, κ.λπ.), αλλά και το καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης (ασθένεια, γήρας, αναπηρία, εργατικό ατύχημα, οικογενειακά επιδόματα, κ.λπ.).

Είναι αρμόδιο για τις διαφορές που αφορούν ορισμένες ειδικές κατηγορίες ατόμων, όπως το προσωπικό της Eurojust, της Ευρωπόλ, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (ΓΕΕΑ).
Δεν έχει αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται διαφορών μεταξύ των εθνικών διοικήσεων και των υπαλλήλων τους. Κατά των αποφάσεων του ΔΔΔ μπορεί να ασκηθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου, εντός προθεσμίας δύο μηνών, αναίρεση περιοριζόμενη σε νομικά ζητήματα.

● Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Court of Justice of the European Union) περιλαμβάνει:
1) το Δικαστήριο (Court of Justice) που απαρτίζεται από ένα δικαστή ανά κράτος μέλος και επικουρείται από γενικούς εισαγγελείς. Αποφαίνεται σύμφωνα με τις Συνθήκες: α) επί των προσφυγών που ασκούνται από κράτος μέλος, θεσμικό όργανο ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα β) προδικαστικώς, κατόπιν αιτήματος εθνικών δικαστηρίων, επί της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ή επί του κύρους πράξεων που εκδόθηκαν από τα θεσμικά όργανα γ) επί των λοιπών περιπτώσεων που προβλέπονται από τις Συνθήκες

2) το Γενικό Δικαστήριο (General Court) που απαρτίζεται από έναν τουλάχιστον δικαστή ανά κράτος και ασκεί τις αρμοδιότητες του καταργούμενου Πρωτοδικείου
3) ειδικευμένα δικαστήρια (specialised courts). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, μπορούν να προβαίνουν στη σύσταση ειδικευμένων δικαστηρίων υπαγόμενων στο Γενικό Δικαστήριο, αρμόδιων να εκδικάζουν σε πρώτο βαθμό ορισμένες κατηγορίες προσφυγών οι οποίες ασκούνται σε συγκεκριμένους τομείς.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται η πραγματική δικαστική προστασία στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης. Οι δικαστές και οι γενικοί εισαγγελείς του Δικαστηρίου και οι δικαστές του Γενικού Δικαστηρίου επιλέγονται μεταξύ προσωπικοτήτων που παρέχουν πλήρη εχέγγυα ανεξαρτησίας και πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διορίζονται με κοινή συμφωνία από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών για έξι έτη. Οι απερχόμενοι δικαστές και γενικοί εισαγγελείς μπορούν να διορίζονται εκ νέου.

Η Συνθήκη της Λισσαβόνας της 13.12.2007 προβλέπει τις ακόλουθες μετονομασίες και αρμοδιότητες:

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει αρμοδιότητα όσον αφορά τις διατάξεις σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, ούτε όσον αφορά τις πράξεις που θεσπίζονται βάσει αυτών. Δεν είναι αρμόδιο, επίσης, να ελέγχει το κύρος ή την αναλογικότητα επιχειρησιακών δράσεων της αστυνομίας ή άλλων υπηρεσιών επιβολής του νόμου ενός κράτους μέλους, ούτε να αποφαίνεται για την άσκηση των ευθυνών που φέρουν τα κράτη μέλη για την τήρηση της δημόσιας τάξης και τη διαφύλαξη της εσωτερικής ασφάλειας.

Προσθήκη νέας απάντησης